Λίγα λόγια για την εικόνα της κοιμήσεως της Θεοτόκου

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έχει δύο σημασίες: κατά πρώτο λόγο εορτάζουμε την μνήμη του τέλους της επίγειας ζωής της Θεοτόκου, την κοίμησή της και την ταφή της. Κατά δεύτερο λόγο εορτάζουμε το απόγειο της δόξας της Παναγίας, εορτάζουμε την ανάστασή της και την ένσαρκο ανάληψή της. Με δυο λόγια εορτάζουμε την μετάστασή της. Οι δύο αυτές σημασίες της εορτής φαίνονται ανάγλυφα στις παλαιές ορθόδοξες εικόνες αλλά και στις νεότερες που αγιογραφούνται με γνώμονα τα τροπάρια της εορτής και την έμπνευση των παλαιών εικόνων. Και είναι κρίμα να βλέπεις σήμερα εικόνες φτωχές σε πρόσωπα και σε νόημα, γιατί σκέφτονται οι άνθρωποι τα χρήματα και παραγγέλνουν τσιγγούνικα ν’ αγιογραφηθούν μόνο όσα πρόσωπα είναι απολύτως απαραίτητα για να μην ανέβει το κόστος μιας εικόνας ή μιας τοιχογραφίας. Κι έχουμε έλλειμα αγιογραφικής τέχνης, επειδή έχουμε πρωτίστως έλλειμα πίστης.

Οι σωστές λοιπόν δογματικά εικόνες της ορθόδοξης παράδοσης εικονίζουν αυτή την διπλή σημασία της εορτής. Την Κοίμηση αλλά και την μετάσταση της Θεοτόκου. Η κοίμηση έρχεται σε πρώτο επίπεδο μέσα στην εικόνα. Ο θεατής βλέπει στο κέντρο της εικόνας το πάναγνο σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου πάνω σ’ ένα κρεβάτι που είναι σκεπασμένο μ’ ένα κόκκινο χρυσοκέντητο πορφυρό σεντόνι. Μία αυτοκρατορική πορφύρα άξια για μια ουράνια βασίλισσα. Μπροστά από το σκήνωμα της Θεοτόκου καίει μία μεγάλη λαμπάδα. Γύρω από το νεκρό σώμα της Θεοτόκου βλέπουμε τους αποστόλους, με προεξάρχοντες τους πρωτοκορυφαίους Πέτρο και Παύλο. Όταν υπάρχει ο κατάλληλος χώρος μέσα στην εικόνα, βλέπουμε πάνω σε σύννεφα που πετούν, χορούς δηλαδή ομάδες αποστόλων να έρχονται από τα πέρατα του κόσμου για να κηδεύσουν το άχραντο σώμα της Παναγίας. Κατά την παράδοση μαζεύτηκαν κατά τρόπο θαυματουργικό οι σκορπισμένοι ανά τον κόσμο απόστολοι για να ενταφιάσουν το νεκρό σώμα της Μητέρας του Θεού. Αυτό δείχνουν οι νεφέλες των Αποστόλων. Αυτό το θαύμα περιγράφει ένα κάθισμα του Όρθρου της ημέρας: «Ο πάντιμος χορός των σοφών Αποστόλων, ηθροίσθη θαυμαστώς του κηδεύσαι ενδόξως, το σώμα σου το άχραντον, Θεοτόκε Πανύμνητε». Μέσα στην εικόνα βλέπουμε πολλούς αγγέλους να παρευρίσκονται μαζί με τους αποστόλους, όπως και να οδηγούν τα ιπτάμενα σύννεφα, θέλοντας μ’ αυτό να δείξει ο αγιογράφος αυτό που περιέγραψε πριν το κάθισμα, ότι, «ο πάντιμος χορός των σοφών Αποστόλων, ηθροίσθη θαυμαστώς», ότι μαζεύτηκαν οι απόστολοι με θαυμαστό τρόπο.

Μαζεύτηκαν λοιπόν οι Απόστολοι να κηδεύσουν με δόξα και τιμή το άγιο σκήνωμα της Θεοτόκου. Πολλά τροπάρια αναφέρουν ονόματα που κατέχουν σημαντική θέση μέσα στην εικόνα, όπως ήταν ο Πέτρος  «τιμιωτάτη κορυφαία των Θεολόγων ακρότης. Μας λέει επίσης ότι συν δάκρυσιν εβόα προς την Θεοτόκο. Ω Παρθένε, ορώ σε τρανώς ηπλωμένην υπτίαν, την ζωήν των απάντων και καταπλήττομαι, εν η εσκήνωσε της μελλούσης ζωής η απόλαυσις. Με μάτια κλαμένα ο Πέτρος την βλέπει ξαπλωμένη, χωρίς ζωή. Ποια; Εκείνη που έδωσε την ζωή σε όλο τον κόσμο. Την βλέπει ο Πέτρος και δεν το πιστεύει. Καταπλήττεται. Κατάπληξη είναι ένας ισχυρός θαυμασμός, μία μεγάλη έκπληξη, ένας μέγας και αιφνίδιος φόβος. Πώς είναι δυνατόν να βλέπει νεκρή εκείνην που μέσα της ήρθε κι εσκήνωσε η απόλαυση της μέλλουσας ζωής δηλαδή ο ίδιος ο θεάνθρωπος, ο Χριστός.

Στην εικόνα όλα αυτά που μας περιγράφει το τροπάριο συνοψίζονται στη μορφή του Πέτρου που τον βλέπουμε στο προσκέφαλο της Παναγίας να κρατά θυμιατήρι και να θυμιάζει το ιερό σκήνωμα. Εκτός από τον Πέτρο, βλέπουμε τον απόστολο Ιωάννη που παρέλαβε την Θεοτόκο ως μητέρα του, τον βλέπουμε να πέφτει τρυφερά πάνω στο προσκέφαλό της. Μεταξύ των ιεραρχών βλέπουμε τον άγιο Ιάκωβο τον αδελφόθεο, για τον οποίο λέει ένα δοξαστικό, ότι εφάνη, «παρείν Ιάκωβος ο αδελφόθεος και πρώτος Ιεράρχης». Βλέπουμε, ιδιαίτερα σε τοιχογραφίες παλαιών ναών, ένα πλήθος αγγέλων να γεμίζουν την παράσταση της Κοιμήσεως. Αυτό το πλήθος των αγγέλων αναφέρεται στα περισσότερα τροπάρια της εορτής, που μας αποκαλύπτουν ότι μαζί με τους Αποστόλους ύμνησαν την Θεοτόκο και οι άγγελοι «συνύμνησαν και των αγγέλων τα πλήθη». Ο αγιογράφος εικόνισε αυτό που έβλεπε κανείς με τα ορατά μάτια του, αλλά κι αυτό που βλέπει κανείς με τα μάτια της ψυχής του. Αφού ζωγράφισε το σώμα της Παναγίας, φαίνεται πως θέλησε ν’ απαντήσει εύλογα στην ερώτηση: τι απέγινε η ψυχή της; Σε απάντηση την απεικονίζει κατά τρόπο ορατό, να βρίσκεται στην αγκαλιά του Υιού και Θεού της.

Θα αναρωτηθεί κάποιος, πώς εμπνεύστηκε ο αγιογράφος την ψυχή της Παναγίας στην αγκαλιά του Θεϊκού Υιού της; Από την παραβολή που ο ίδιος ο Θεάνθρωπος είπε για τον πτωχό Λάζαρο εμπνεύστηκε την παράσταση: «εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό τον αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ». Επομένως, αν η ψυχή ενός απλού δίκαιου μεταφέρεται από τους αγγέλους στην αγκαλιά του Αβραάμ, πόσο μάλλον η ψυχή της Θεοτόκου, η οποία είναι υπερτέρα των αγγέλων  δεν είναι δίκαιο να παραληφθεί από τον ίδιο τον Υιό και Θεό της; Να λοιπόν, από πού βλέπουμε μέσα στην εικόνα να παραλαμβάνεται η αγία ψυχή της Θεοτόκου από τον Χριστό μας, ενώ γύρω τους βρίσκεται ένα πλήθος αγγέλων μέσα σε δόξα. Αυτό μας δείχνει, ότι, μέσα στις εικόνες οι Πατέρες ενσωμάτωσαν μία πολύπλευρη σοφία. Μέσα στις εικόνες δεν μας παρουσιάζουν απλώς μία εποικοδομητική ανάμνηση ενός ορατού παρελθόντος, κάτι σαν την φωτογραφία, αλλά μέσα στην εικόνα βλέπουμε μία μυστική θεωρία των εσχάτων.

Ερχόμαστε τώρα στη δεύτερη σημασία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που είναι η ανάστασή της και η ένσαρκη ανάληψή της. Το συναξάρι της ημέρας μας λέει, ότι ένας των αποστόλων, κατά θεία οικονομία, απουσίαζε την ημέρα της ταφής της Θεοτόκου. Όταν ήλθε την τρίτη ημέρα στα Ιεροσόλυμα ήθελε να δει την Παναγία όπως αξιώθηκαν να την δουν πριν τον ενταφιασμό της οι άλλοι απόστολοι. Τότε άνοιξαν τον τάφο και διαπίστωσαν ότι το σώμα της Παναγίας είχε αναληφθεί. Η μετάσταση της Θεοτόκου αποτυπώθηκε στο απολυτίκιο της εορτής που λέει σαφώς, ότι «μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής», αλλά και στο Κοντάκιο που λέει, ότι: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν. Ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Η μετάσταση της Θεοτόκου εικονίζεται στο πάνω μέρος της εικόνας. Βρίσκεται καθισμένη μέσα σε μία γαλάζια σφαίρα που συμβολίζει την δόξα της Παναγίας να την κουβαλούν άγγελοι προς τον ουρανό. Υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην εικόνα της ανάληψης του Κυρίου και στην εικόνα της μετάστασης της Θεοτόκου. Η εικόνα της Ανάληψης δείχνει τον Κύριο να υψώνεται στον ουρανό μέσα σε ένδυμα δόξας, να κάθεται πάνω σε ουράνιο θρόνο κατά τον μεγαλοπρεπή τύπο του παντοκράτορα. Η Θεοτόκος αντίθετα, ακόμη κι εδώ στην κορυφή της δόξας της, εικονίζεται με τα συνηθισμένα της ρούχα, πάντα γυρισμένη κατά τα τρία τέταρτα, ταπεινά σκυμμένη, και συχνά εικονίζεται με τα χέρια απλωμένα προς τον κόσμο του οποίου είναι ελπίδα αλλά και μεσιτεία. Η εικόνα στο σημείο αυτό εκφράζει τον συνεχή δεσμό της Θεοτόκου με τον κόσμο. Η κίνηση αυτή των απλωμένων χεριών εκφράζει το απολυτίκιο που μας λέει, ότι «εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε».

Μια τέτοια παράσταση της Θεοτόκου μαρτυρά το ιδιαίτερο βάθος της ορθόδοξης αγιογραφίας για το πώς βλέπει την δόξα που ανήκει στον ρόλο της, αλλά και την αξία της ως μητέρας του Θεού.  Η παράσταση της Μετάστασης της Θεοτόκου μας αποκαλύπτει το νόημα του επίγειου έργου της, που έχει ως ουσιαστικό χαρακτηριστικό του την θεοειδή ταπείνωσή της.

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπως και η εικόνα αυτής της εορτής είναι καθώς φαίνεται μία από τις αρχαιότερες ακολουθίες της Εκκλησίας. Χωρίς αμφιβολία γεννήθηκε στα Ιεροσόλυμα, εκεί όπου ενταφιάστηκε η Παναγία και σχετικά γρήγορα εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το 500 μ.Χ. ήταν ήδη μία παγκόσμια εορτή. Η παράσταση του Ιουδαίου με τα κομμένα χέρια από το σπαθί ενός αγγέλου που βλέπουμε σε κάποιες εικόνες, αναπαριστά ένα γεγονός που αναφέρεται στα συναξάρια. Κατά την εξόδιο ακολουθία της Θεοτόκου οι Ιουδαίοι ακούοντας τις αγγελικές ψαλμωδίες που γέμιζαν τον αέρα γέμισαν θυμό και ήθελαν να ρίξουν κάτω το ιερό σκήνωμα της Θεοτόκου. Κάποιοι προσπάθησαν να το κάνουν κι αμέσως τυφλώθηκαν, ενώ ένας οξύθυμος από τους ιερείς των εβραίων, ο Ιεφονίας έφτασε μέχρι το κρεβάτι όπου βρισκόταν η Θεοτόκος. Μόλις όμως το άγγιξε άγγελος Κυρίου του έκοψε τα χέρια. Όταν συνήλθαν και μετανόησαν με όλη τους την ψυχή θαυματουργικά αποκαταστάθηκαν όλοι.

Η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μας δείχνει αυτό το μέγα μυστήριο της Παναγίας. Μαζί με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, θα πούμε κι εμείς, ότι, σήμερα η Θεοτόκος μετατέθηκε από τη γη στον ουρανό, διότι ο ουρανός σαν βασιλικό κατοικητήριο της ταιριάζει. Δεν μπορούσε η γη και ο τάφος και ο θάνατος  να κατέχει παντοτινά το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της Παναγίας μας, γιατί, αν μια ψυχή που έλαβε ως ένοικο την χάρη του Θεού ανεβαίνει προς τον ουρανό, πώς είναι δυνατόν να μην αναληφθεί και το σώμα που έλαβε μέσα του τον ίδιο τον προαιώνιο και μονογενή Υιό του Θεού; Το σώμα της Θεοτόκου αναστήθηκε όπως και το σώμα του Υιού της. Δεν χρειάσθηκε όμως να παραμείνει και αυτή ακόμη λίγο πάνω στη γη, όπως ο Υιός της και Θεός, γι’ αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο. Η Παναγία μας από τον ουρανό ακτινοβολεί όπως πάντα τις μαρμαρυγές και τις χάριτες μέχρι τη γη λαμπρότερες και θειότατες, φωτίζοντας από εκεί όλον τον κόσμο που επικαλείται την βοήθειά της και την μεσιτεία της προς τον Κύριό μας.

Η θέση της Θεοτόκου είναι πολύ σημαντική μέσα στην χριστιανική μας ζωή, γι’ αυτό και την βλέπουμε να δεσπόζει μέσα στο ναό ως πλατυτέρα στην κόγχη του ιερού. Είναι σημαντική διότι κάθε ευεργεσία του Θεού προς εμάς περνά μέσα από την Παναγία. Όπως λοιπόν ο Θεός ήρθε σ’ εμάς μέσω μόνης αυτής, φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, ενώ πριν από αυτήν ήταν αθέατος σε όλους, έτσι και στον μελλοντικό και ατελεύτητο αιώνα, χωρίς την Παναγία είναι αδύνατη για τους ανθρώπους κάθε έλλαμψη θείας φωτοφάνειας και κάθε αποκάλυψη θείων μυστηρίων και πνευματικών χαρισμάτων. Η Θεοτόκος, μ’ άλλα λόγια, είναι ταμείο και κυβερνήτρια του πλούτου της θεότητας, διότι αυτή πρώτη δέχθηκε το πλήρωμα εκείνου που πληρεί τα σύμπαντα, κι επομένως εκείνη το καθιστά χωρητό σε όλους, κατανέμοντας στον καθένα από εμάς την θεοποιό χάρη του Θεού σύμφωνα με τη δύναμή του και ανάλογα με το μέτρο της καθαρότητάς του.

Σπυρίδων Μαρίνης

Μετάβαση στο περιεχόμενο