porei pros tin anastasi

Η Αμφιβολία στο ταξίδι της Πίστης (Ο δρόμος προς Εμμαούς)

Μια από τις «δημοφιλέστερες» περικοπές των μεταπασχαλινών Ευαγγελίων  είναι και η περικοπή του περιστατικού που ονομάζεται και περιγράφεται ως «ο δρόμος προς Εμμαούς». Το περιστατικό είναι  γνωστό: μετά τη σταύρωση δυο μαθητές του Κυρίου ο Λουκάς και ο Κλεόπας οδεύουν προς την κωμόπολη  Εμμαούς. Κατά την διάρκεια της οδοιπορίας τους συναντούν έναν άλλο οδοιπόρο ο οποίος δεν είναι άλλος παρά ο αναστημένος Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο τελευταίος εμφανίζεται με τέτοιο τρόπο στο δρόμο τους ώστε να μην αναγνωρίσουν οι μαθητές ποιος είναι. Οι δυο μαθητές δέχονται τον άγνωστο διαβάτη να τους συνοδέψει μέχρι τον προορισμό τους, όντας και οι δυο απογοητευμένοι και απελπισμένοι από τα πρόσφατα γεγονότα, μοιράζονται τις ανησυχίες τους με την καινούργια συντροφιά τους. Ο Κύριος εφόσον άκουσε τον λογισμό που τους ταλάνιζε, τους «επιπλήττει» για την «απιστία» τους και αρχίζει να εξηγεί στους μάλλον έκπληκτους μαθητές, αναφερόμενος στους προφήτες και στην παλαιά διαθήκη ότι αυτά (τα όσα είχαν συμβεί) έπρεπε να περάσει ο Υιός του ανθρώπου για να εισέλθει στη δόξα του Πατρός του. Όσο τους εξηγούσε  τόσο αυτοί αισθάνονταν να επαναστερεώνονται στην Πίστη και να θερμαίνονται οι φοβισμένες καρδιές τους, τόσο επίσης ο δρόμος έφτανε προς το τέλος του..

Έχοντας φτάσει στους Εμμαούς παρακάλεσαν, σχεδόν εξανάγκασαν, τον άγνωστο  να μείνει μαζί τους. Ο άγνωστος ξένος δέχεται να μείνει μαζί τους και να δειπνήσει. Στο δείπνο και ιδιαίτερα στην αρτοκλασία, οι οφθαλμοί των μαθητών, οι εσώτεροι οφθαλμοί της ύπαρξης τους πλέον ανοίγουν (ενώ μέχρι τότε είχαν «κρατηθεί» κλειστοί για να μην τον αναγνωρίσουν) και οι μαθητές αναγνωρίζουν και βρίσκουν ξανά τον ποθούμενο, τον μέχρι τότε απολεσθέντα και την ίδια στιγμή της χαρμόσυνης και γεμάτης έκπληξης επανεύρεσης ο Κύριος γίνεται άφαντος!! Οι μαθητές πλέον κατανοούν τα περασμένα,  τα παρόντα και παίρνουν δύναμη για τα μέλλοντα.

Όπως και στα αξιόλογα βιβλία, αν και πολύ περισσότερο όταν αναφερόμαστε στα Ευαγγέλια, όταν κάποιος διαβάζει το ίδιο κείμενο μετά από καιρό συνήθως η ανάγνωση, η ερμηνευτική ματιά και κυρίως η κατανόηση των όσων διαβάζονται αλλάζει, εμπλουτίζεται από καινούργιο περιεχόμενο και νόημα τα οποία θαρρείς και ήταν «αόρατα» και «κεκρυμμένα» στα μάτια του αναγνώστη τις προηγούμενες φορές. Αυτό κυρίως οφείλεται στο ότι ο ίδιος ο αναγνώστης έχει τρόπον τινά διανύσει μια απόσταση, βιωματική και όχι απαραίτητα χρονική, ωρίμανσης και εμπλουτισμού του ιδίου, με αποτέλεσμα να αφομοιώνει ως κάποιο βαθμό καλύτερα την ουσία του Ευαγγελικού λόγου και ταυτοχρόνως να είναι δεχτικός περισσότερου. Το τελευταίο δεικνύει ότι μια πορεία συντελείται με αυτόν τον τρόπο, ένας δρόμος και ίσως μια αναζήτηση.

Στις σύγχρονες Χριστιανικές Ορθόδοξες κοινωνίες, όπως η Ελληνική, όταν χρησιμοποιούμε τη  λέξη Πίστη είθισται να γίνεται για να εκφράσει την ύπαρξη μιας νοησιαρχικής πεποιθήσεως και αποδοχής αυτής περί ύπαρξης Θεού, κάτι που αφορά είτε ένα πρόσωπο είτε μια συλλογικότητα (αν μπορεί να μου επιτραπεί ο όρος) όπως τις Εκκλησιαστικές ενορίες οι οποίες νοούνται ότι απαρτίζουν το σώμα των πιστών. Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι το κριτήριο ενός ανθρώπου ο οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί πιστός είναι ο βαθμός που φέρει και αποδέχεται την πεποίθηση αυτή. Φαίνεται επομένως ότι αν και όταν κάτι τέτοιο γίνεται, κατά κάποιο τρόπο στις συνειδήσεις μας, έχουμε «κατακτήσει» και «διασφαλίσει» την πίστη… συνεπώς δεν υπάρχει δρόμος, δεν υπάρχει αναζήτηση ούτε ανάγκη αυτών.

Από το βίωμα και την εμπειρία των Αγίων πατέρων της Εκκλησιάς μας μπορούμε να δούμε πολύ συχνά ότι η διάσταση της λέξεως Πίστη, μόνο σε μια απλή νοησιαρχική  αποδοχή πεποίθησης δεν αναφέρεται. Στο λεξιλόγιο τους δεν κυριαρχούν ακαδημαϊκοί όροι ή έστω μια ιερή φρασεολογία μιας παράδοσης, αλλά όροι που «χτυπάνε» κατευθείαν στο υπαρξιακό βίωμα. Ο Θεός δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός αν δεν βιωθεί, αν ο ίδιος δεν έρθει σε συνάντηση με το πρόσωπο που τον αναζητεί. Οι ίδιοι υπήρξαν σε μια πορεία, η οποία κάποιες φορές μπορεί να άρχισε με μια αποδοχή της προαναφερθείσας πεποίθησης (ανάλογα με το πρόσωπο και την εποχή) όπως άλλωστε όλα κάπως αρχίζουν, αλλά μόνο εκεί δεν έμεινε.. οι πεποιθήσεις τέτοιου είδους ήταν απλά το κάλυμμα των βαθύτερων αιτημάτων της καρδίας τους και ένα από αυτά είναι και η απτή, βεβαιωτική παρουσία του Κυρίου στις ζωές τους και η σχέση της ύπαρξης τους με αυτόν. Μια τέτοια πορεία λοιπόν δεν έχει αιτούμενο την πίστη όταν και αν φτάσεις στο τέλος της, αλλά η ίδια η πορεία είναι η πίστη.

Ο  Λουκάς και ο Κλεόπας συνοδοιπορούσαν προς Εμμαούς βυθισμένοι στην απογοήτευση και στους λογισμούς της αμφιβολίας, στην πορεία τους «συναντούν» τον Κύριο ο οποίος αργότερα τους επιπλήττει για αυτούς τους λογισμούς, αφού πρώτα τους επέτρεψε να τους εκφράσουν….και τους το επέτρεψε, αν και θα μπορούσε να αρχίσει νωρίτερα να τους επαναστερεώνει στην πίστη διότι ο ίδιος δέχεται την αμφιβολία προς το πρόσωπο του εφόσον μόνο αυτός είναι σε θέση να δώσει απάντηση στις ποικίλες στιγμές ενός ανθρώπου που τον επιζητά, όταν γεμίζει με υπαρξιακά και μη ερωτήματα. Η ύπαρξη και η έκφραση της αμφιβολίας κάθε άλλο παρά έλλειψη πίστης είναι, δεν μπορείς να αμφιβάλλεις για κάτι με το οποίο δεν συσχετίζεσαι ή δεν εμπιστεύεσαι. Μάλλον είναι ένα αίτημα για βαθύτερη εδραίωση αυτής της εμπιστοσύνης και σχέσης. Ομολογουμένως όταν κάποιος γεμίζει με αμφιβολίες για κάποιο πρόσωπο, κατάσταση ή ακόμα και για τον εαυτό του, είναι βασανιστικό και αγωνιώδες συνάμα, όμως μπορεί να αξιοποιηθεί και ως μια ευκαιρία γόνιμης επαναξιολόγησης του τρόπου συσχετίσεως μας με το πρόσωπο αυτό ή τον εαυτό μας, ακόμα και σε μια εκ νέου αναζήτηση τους…Με αυτόν τον τρόπο η αμφιβολία δεν καταργεί την πίστη, αντιθέτως είναι ένας φυσιολογικός σταθμός ενός ταξιδιού, αρκεί να αντιμετωπιστεί και να αξιοποιηθεί προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ωστόσο αυτό που προσωπικά με συγκλονίζει στην Ευαγγελική περικοπή αυτή είναι ότι άρχεται κάποια στιγμή που ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι ο Λουκάς και ο Κλεόπας σε εκείνη την πορεία δεν ήταν ποτέ μόνοι, ούτε και όταν περπατούσαν με συντροφιά την απογοήτευση και την αμφιβολία. Από την αρχή αυτού του δρόμου ήταν μάζα τους ο Κυρίως και στην απογοήτευση τους και στην αμφιβολία τους, παρών σε όλα. Μόνο που δεν το γνωρίζαμε εξ αρχής, μόνο που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δώσει την απάντηση, που είναι η παρουσία του.

Στην αρχή, στο τέλος του δρόμου από πάντα και πάντοτε.

Κωνσταντίνος Βαραλέξης

Μετάβαση στο περιεχόμενο