Η θεολογία του σώματος

Η Ορθόδοξη εικόνα αναπαριστάνει το θεωμένο ανθρώπινο σώμα και υπογραμμίζει κατά θετικό τρόπο την σχέση ύλης και πνεύματος. Η θεολογική ερμηνεία του «σώματος» και της σωματικότητας μέσα στην Εκκλησία είναι σημαντική, γιατί καταργεί την φιλοσοφική απόκλιση δυαλιστικού σχήματος: πνευματικό-υλικό. Η απόκλιση αυτή ήταν το υπόστρωμα της εικονομαχίας, ήταν η αδυναμία του αρχαιοελληνικού πνεύματος να δεχθεί την ύλη μέσα στη ζωή του Πνεύματος: την θέωση. Ο Υιός του Θεού όμως πήρε σάρκα και οστά, μπήκε μέσα στην ύλη της σάρκας και την αγίασε. Δεν ήρθε στον κόσμο σαν μια ιδέα, ένα φιλοσοφικό σύστημα για να ιδρύσει μία κοινωνία αποπνευματοποιημένη, ιδεολογική αλλά για να συγκροτήσει το «σώμα» Του. Η καθολική ένωσή μας με τον Χριστό δεν μας καθιστά μια άσαρκη και απαθή κοινότητα ιδιαίτερων ατομικοτήτων, ένα είδος ανθρώπων του «πνεύματος», μία φιλοσοφική ελίτ.

Κοινωνώντας τον Χριστό, το τίμιο σώμα μας ενώ παραμένει φθαρτό γίνεται κατοικία του Αγίου Πνεύματος και αφθαρτοποιείται, αγιάζεται κατά το ίδιο μέτρο με την ψυχή μας.  Πιστή στο πνεύμα αυτό της Εκκλησίας η τέχνη της εικόνας θ’ αποκαλέσει τα γυμνά μέρη του σώματος των αναπαρισταμένων προσώπων «σαρκώματα». Τα σώματα αυτά όμως, δεν έχουν τίποτα το σαρκικό, διότι δεν εικονίζονται κατά τον φυσικό τρόπο, εξατομικευμένα, αλλά «μεταμορφωμένα».

Αυτό σημαίνει ότι η υπόστασή τους ταυτίζεται πλέον με την υπόσταση του Ιησού Χριστού, που είναι η κεφαλή του εκκλησιαστικού σώματος. Το γεγονός αυτό καθιστά όλα τα σώματα μέσα στις εικόνες σώματα εκκλησιαστικά, σώματα που τα έχει ενοικήσει η χάρις του Παναγίου Πνεύματος. Στα μυστήρια και κυρίως στην θεία Ευχαριστία, μας αποκαλύπτεται η θεϊκή ενοίκηση μέσα στην ύλη, μέσα στην κτιστότητά μας. «Ου προσκυνώ  την κτίσιν, θα πει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, παρά τον κτίσαντα, αλλά προσκυνώ τον κτίστην κτισθέντα το κατ’ εμέ και εις κτίσιν αταπεινώτως και ακαθαιρέτως κατεληλυθότα, ίνα την εμήν δοξάση φύσιν και θείας κοινωνόν απεργάσηται φύσεως. Συμπροσκυνώ τω βασιλεί και Θεώ, την αλουργίδα του σώματος…ως ομόθεον χρηματίσασαν και γενομένην, όπερ το χρίσαν, αμεταβλήτως».

Δεν προσκυνώ, λέει, την κτίση στη θέση του κτίστη, αλλά προσκυνώ τον κτίστη που κτίστηκε κατά την ανθρώπινη φύση και κατέβηκε στην κτίση χωρίς να μειωθεί ή να αλλοιωθεί, για να δοξάσει την δική μου φύση και να με κάνει κοινωνό της θείας φύσης. Προσκυνώ μαζί με το βασιλιά και Θεό το βασιλικό ένδυμα του σώματος…ως ομόθεο πρόσλημμα, όπως αυτό το ίδιο που το έχρισε, καθώς καθιερώθηκε και έγινε ομόθεο αμετάβλητα.

Να λοιπόν γιατί προσκυνούμε τα λείψανα των αγίων, τις εικόνες, το Ευαγγέλιο, τα υλικά πράγματα της Εκκλησίας. Γιατί όπως ο Λόγος του Θεού έγινε άτρεπτα σάρκα και παρέμεινε ό,τι ήταν πριν, έτσι και η σάρκα έγινε Λόγος χωρίς να χάσει αυτό που είναι, ταυτιζόμενη βέβαια με τον Λόγο κατά την υπόσταση. Αυτή η ένωση που συντελέσθηκε εν Αγίω Πνεύματι κατά την σάρκωση του Λόγου κι έγινε Χριστός, δηλαδή σάρκα που χρίσθηκε από την θεότητα, αυτή η ένωση αποκαλύπτεται στην εκκλησιαστική ζωγραφική με την συγκεκριμένη τεχνοτροπία.

Σπυρίδων Μαρίνης

από το βιβλίο του «ερμηνεύοντας την εικόνα»,  εκδ. Γρηγόρη.

Μετάβαση στο περιεχόμενο