Μια μικρή ιστορία για έναν μεγάλο Άγιο

Ήταν Δεκέμβρης, βράδυ. Ο ηγούμενος ήταν μόνος στο Μοναστήρι. Οι άλλοι δυο υποτακτικοί του είχαν πάει στο μετόχι της μονής, στην άλλη άκρη του νησιού, και θα περνούσαν τη νύχτα εκεί. Ότι είχε τελειώσει την ανάγνωση της Παρακλητικής και ετοιμαζόταν να γυρίσει στο κελί του. Όλη εκείνη τη μέρα σκεφτόταν τη Σταύρωση. Προσπαθούσε να καταλάβει με το νου του τα τελευταία λόγια του Χριστού πάνω στον σταυρό: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να εφαρμόσει αυτά τα λόγια στη ζωή του; Πώς μπορεί να συγχωρέσει τους σταυρωτές του;

Ξαφνικά, επίμονα χτυπήματα και φωνές ακούστηκαν στην πόρτα του μοναστηριού.

-Βοήθεια, ανοίξτε μου! Σώστε με.

Ο ηγούμενος πήγε τρέχοντας και άνοιξε την πόρτα. Στο μισοσκόταδο διέκρινε τη φιγούρα ενός άνδρα. Σήκωσε το λυχνάρι που κρατούσε στο χέρι του και είδε τα μάτια του ανθρώπου που τον ικέτευαν να τον βοηθήσει.

-Έλα μέσα, παιδί μου, είπε στον άγνωστο.

Τον οδήγησε στην εκκλησία. Εκεί ο άνθρωπος τρέμοντας έπεσε στα πόδια του ηγούμενου.

-Σγχώρα με παπά! Σγχώρα με και κρύψε με! Με κυνηγούν!

Σαν άκουσε «σγχώρα με», ο ηγούμενος φόρεσε το πετραχήλι του.

-Ηρέμησε, παιδί μου και ξαγορεύσου τα κρίματά σου. Τι έγινε; Ποιος και γιατί σε κυνηγά; Τι έκανες;

-Σκότωσα, παπά μου, σκότωσα, είπε ο άνθρωπος και χτυπούσε το στήθος του.

-Πώς το ‘κανες αυτό, παιδί μου;

-Το ‘κανα, παπά, το ‘κανα! Για τα όβολα! Μου τάξανε ότι αν τον βγάλω απ’ τη μέση, θα μου γεμίσουν τις τσέπες χρυσάφι! Και ‘γώ το ‘κανα, παπά! Και τώρα με κυνηγούν να με πιάσουν, να με κρεμάσουν! Τι πήγα και ‘κανα; Τι έκανα;

-Και ποιον σκότωσες, παιδί μου;

-Τον κυρ-Κωσταντή τον Σιγούρο σκότωσα, είπε ο άνθρωπος και έκλαιγε και χτυπιόταν.

Όταν ο ηγούμενος άκουσε το όνομα, πάγωσε. Η καρδιά του σχίστηκε στα δυο και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του. Δεν μπορούσε πια να βγάλει λέξη.

Πέρασε πολλή ώρα μέχρι που ο φονιάς κατάλαβε ότι ο ηγούμενος ήταν πιο ταραγμένος από αυτόν.

-Τι τρέχει, παπά; Μην τον ήξερες τον κυρ-Κωσταντή;

-Ναι, παιδί μου. Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος ήταν…ο αδερφός μου, είπε ο ηγούμενος.

-Ωχ, τι έπαθα, ο δύστυχος! Τώρα θα με καταδώσεις!

Μα ο ηγούμενος δεν μιλούσε. Δεν έβλεπε τώρα πια μπροστά του τίποτε, μήτε το φονιά του αδερφού του, μήτε την εκκλησία. Ήταν αλλού. Ήταν στο πλάι του Σταυρωμένου Χριστού, ένας από τους σταυρωμένους ληστές και του έλεγε «Μνήσθητι μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Και τότε, εκεί επάνω στο σταυρό, ένιωσε ότι χωρίς το έλεος και τη συγγνώμη Ανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει…

Φωνές και χτυπήματα στην πόρτα συνέφεραν τον ηγούμενο. Κατάλαβε ότι ήταν οι στρατιώτες που ψάχνανε τον φονιά του αδερφού του.

-Γρήγορα, του είπε. Άνοιξε ‘κείνη την πόρτα και φεύγα. Κατέβα κάτω στη θάλασσα. Είναι εκεί μια βάρκα του μοναστηριού. Πάρ’ την και πέρνα απέναντι.

-Δεν θα με καταδώσεις; ρώτησε έκπληκτος ο φονιάς.

-Φεύγα σου λέω! Ό, τι είπες, το είπες στο πετραχήλι κι όχι σε ‘μένα.

-Με συγχωράς;

-Ο Θεός να μας συγχωρέσει, παιδί μου.

Ο φονιάς έφυγε. Στους στρατιώτες που ήρθαν ο ηγούμενος είπε ψέματα ότι δεν είχε δει κανέναν. Οι στρατιώτες δεν βρήκαν τον φονιά ποτέ. Το όνομα του ηγούμενου ήταν Διονύσιος…Μετά την κοίμηση και την αγιοκατάταξή του ένας ντόπιος ποιητής έγραψε για το ψέμα που είπε ο ηγούμενος, ο άγιος Διονύσιος, για να καλύψει το φονιά του αδερφού του:

«Κι ανοίγοντας το στόμα του χάνει την παρθενιά του κι αγιάζει ο αναμάρτητος την ώρα που αμαρτάνει.»

 

Κατερίνα Βαραλέξη

(Βασισμένο στο βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου: Ο άφθορος Άγιος Διονύσιος. Αίγινα –Ζάκυνθος. Αφηγηματική βιογραφία, εκδ.: Καινούργια Γη, 2004.)

Μετάβαση στο περιεχόμενο