ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: Ο δρόμος για την αγιότητα είναι ανηφορικός

Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 9 Νοεμβρίου

Και ποιος δεν έχει ακούσει για τον Άγιο Νεκτάριο Επίσκοπο Αιγίνης; Ποιος δεν έχει επισκεφτεί το μοναστήρι που ίδρυσε στην Αίγινα και δεν έχει προσκυνήσει τα λείψανά του; Ποιος δεν έχει έστω μια μικρή εικόνα του αγίου, στο πορτοφόλι του ή στο δωμάτιό του; Ο άγιος Νεκτάριος είναι ιδιαίτερα λαοφιλής και αγαπητός όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την οικουμένη. Έζησε και δραστηριοποιήθηκε “εν εσχάτοις χρόνοις” όπως αναφέρει και το απολυτίκιό του και δικαίως αναφέρεται ως “άγιος του 20ου αιώνα”.

Μετά τα παρακάτω περιστατικά που θα σας αναφέρω, δεν επιδιώκω να σας συστήσω τον άγιο Νεκτάριο (θα ήταν σαν να ανακαλύπτω την Αμερική), αλλά να τονίσουμε το ύψος της ταπείνωσης και την ανεξικακίας του, όμοια με του Κυρίου Ιησού Χριστού λίγες ώρες πριν τον Σταυρό.

Το κοσμικό όνομα του Αγίου Νεκταρίου ήταν Αναστάσιος Κεφαλάς. Γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1846, στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης από ευσεβείς γονείς, τον Δημοσθένη και την Βασιλική Κεφαλά. Σε ηλικία 12 ετών αποφασίζει να πάει στην Κωνσταντινούπολη να σπουδάσει. Τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Κωνσταντινούπολη η ζωή για το μικρό Αναστάση ήταν σκληρή και δύσκολη. Είχε όμως ελπίδα στον Θεό που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.

Συγκινητικό είναι το γράμμα που έγραψε ο μικρός Αναστάσης προς τον Κύριο Ημών

Ιησού Χριστό. Όταν τα ρούχα του και τα παπούτσια του κάποια στιγμή είχαν φθαρεί τελείως ζητά από το αφεντικό του να του αγοράσει άλλα, αλλά εκείνος αρνείται και του απαντά να γράψει στους δικούς του να του στείλουν. Ο Αναστάσης γνωρίζοντας τη μεγάλη φτώχεια της οικογενείας του αποφασίζει να γράψει γράμμα στο Χριστό, στον μόνο φίλο που είχε.

Πήρε το μολύβι του και έγραψε:

–Χριστούλη μου, δεν έχω παπούτσια και ρούχα.

-Στείλε μου τα Σε παρακαλώ.

-Ξέρεις πόσο Σε αγαπώ.

-Αναστάσιος.

Έκλεισε την επιστολή με εμπιστοσύνη και έγραψε στο φάκελο: «Προς τον Κύριον Ιησού Χριστό στον παράδεισο». Στον δρόμο για το ταχυδρομείο συνάντησε τον ιδιοκτήτη ενός γειτονικού καταστήματος. Ο άνδρας τον συμπαθούσε ιδιαίτερα για τον καλό του χαρακτήρα και την αθωότητα του, γνωρίζοντας μάλιστα τι περνούσε αισθανόταν οίκτο για αυτόν. Έκανε πολύ κρύο και ζήτησε από τον Αναστάση να του δώσει την επιστολή του να την ταχυδρομήσει αυτός μαζί με τις δικές του. Από περιέργεια ο έμπορός έριξε μια ματιά στον παραλήπτη. «Προς Κύριον Ιησού Χριστό στον παράδεισο». Αμέσως η περιέργειά του οξύνθηκε, άνοιξε την επιστολή και την διάβασε. Συντετριμμένος από συγκίνηση, πήρε κάποια χρήματα, από την τσέπη του και κατόπιν τα έβαλε σε έναν φάκελο και τα έστειλε ανώνυμα στο αγόρι. Ο Αναστάσιος γέμισε από χαρά όταν έλαβε την επιστολή και ευχαρίστησε θερμά τον Θεό.

Μερικές ημέρες μετά από αυτό, ο εργοδότης του τον είδε που ήταν καλύτερα ντυμένος και αμέσως σκέφθηκε «πρέπει να μου έχει κλέψει χρήματα». Άρχισε να τον κτυπάει. Αλλά, ο Αναστάσιος φώναζε, «δεν έχω κλέψει ποτέ τίποτα στη ζωή μου! Ο Χριστούλης μου τα έστειλε! O έμπορος που τον είχε βοηθήσει με την επιστολή, είδε τον ξυλοδαρμό από το αφεντικό του και έτσι ζήτησε από τον μικρό Αναστάση να δουλέψει κοντά του.

Ο Χριστός για την μεγάλη του αυτή ταπείνωση τον δικαίωσε δίνοντας του χάρη να επιτελεί ένα σωρό θαύματα και να είναι για πολλούς χριστιανούς ο Άγιος της καρδιάς τους. Ένα περιστατικό από τη ζωή του Αγίου Νεκταρίου που μας διδάσκει, μέσα από την ταπείνωσή του, την αξία της εργασίας. Τον καιρό που είχε τη διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής ο άγιος Νεκτάριος, για κάποιο διάστημα ο επιστάτης της Σχολής αρρώστησε. Όταν βγήκε από το Νοσοκομείο, οι γιατροί του είπαν να μην εργαστεί, τουλάχιστον για τρεις μήνες γιατί διαφορετικά θα βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του. Οι εργαζόμενοι όμως τότε δεν ήταν μόνιμοι και δεν είχαν ασφάλεια, οπότε υπήρχε το ενδεχόμενο να χάσουν τη δουλειά τους. Αυτό φοβήθηκε και ο επιστάτης της Ριζαρείου.

Μια μέρα λοιπόν, μετά από κάποια μικρή ανάρρωση πήγε στη Σχολή και είδε τα πάντα να είναι πεντακάθαρα. Τον έκοψε κρύος ιδρώτας. Θα πήραν άλλον, υπέθεσε. Πήγε και την άλλη μέρα στη Σχολή και διαπίστωσε πάλι το ίδιο. Βέβαιος πια ότι τον απέλυσαν, πήγε να βρει το διευθυντή της Σχολής. Ο Άγιος τον δέχθηκε με πολλή καλοσύνη και του είπε

– Μην ανησυχείς, παιδί μου, δεν πρόκειται να σε απολύσουν. Να κάνεις ό,τι σου είπαν οι

γιατροί.

– Μα ποιος θα καθαρίζει Σεβασμιότατε τόσον καιρό; Του αποκρίθηκε εκείνος.

– Μην σε απασχολεί παιδί μου, αυτό. Όλα θα είναι καθαρά, σαν να ήσουν εδώ εσύ.

Έφυγε ο επιστάτης γεμάτος χαρά, αλλά και περιέργεια για το ποιος θα καθάριζε τους

χώρους της Σχολής τόσους μήνες που θα έλειπε. Όταν πήγε σπίτι του, του ήλθε η σκέψη να πάει πρωί-πρωί την άλλη μέρα για να δει τι συμβαίνει. Πήγε, αλλά βρήκε πάλι τη Σχολή πεντακάθαρη.

– Αύριο θα πάω πιο πρωί για να δω επιτέλους τι γίνεται, σκέφθηκε.

Πράγματι, μόλις χάραξε, έφθασε στη Σχολή. Και τι να δει! Ο Διευθυντής της Σχολής είχε μαζεμένα τα ράσα του και με μια σκούπα και έναν κουβά στο χέρι καθάριζε τους χώρους και τα αποχωρητήρια! Δεν κρατήθηκε, έτρεξε κοντά του και του είπε

– Σεβασμιότατε, εσείς κάνετε αυτή την ταπεινωτική εργασία; Σας παρακαλώ, να μην το

ξανακάνετε αυτό. Από αύριο θα έρχομαι εγώ. Αισθάνομαι τώρα καλύτερα αλλά και δεν

θέλω να κάνετε εσείς αυτή τη δουλειά που πρέπει να την κάνω εγώ.

Ο Άγιος Νεκτάριος τον πήρε τότε από το χέρι, τον οδήγησε στο Γραφείο και του είπε

– Παιδί μου, καμιά εργασία δεν είναι ταπεινωτική. Ο Θεός ευλόγησε την εργασία και ευλογεί και αυτούς που εργάζονται. Αυτό που είδες δεν θα το πεις σε κανέναν, αν θέλεις να μη σε απολύσει η επιτροπή της Σχολής!

Είναι αλήθεια, ότι ο Θεός παραχώρησε ώστε ο άγιος Νεκτάριος να περάσει πολλές θλίψεις και πίκρες. Κατά την περίοδο που εφησύχαζε στο νεοσύστατο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην Αίγινα, πολλοί κακοί, άνθρωποι, όργανα του διαβόλου έλεγαν, ότι ο Άγιος είναι υποκριτής και, ότι όλα αυτά που κάνει, είναι υποκριτικά.

Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τον κατηγορούν για ανηθικότητες και, ότι το Μοναστήρι το κατάντησε άντρο ακολασίας! Διέδιδαν, ότι οι Μοναχές γεννούσαν νόθα παιδιά και τα πετούσε στο πηγάδι. Κάποια μητέρα, μάλιστα, που την έλεγαν στην Αίγινα Κερού είχε μια κόρη 16 ετών χαριτωμένη, συνετή, φρόνιμη και θεοφοβούμενη. Η μητέρα αυτή είχε μανία καταδιώξεως προς την κόρη της και πολλές φορές επιχείρησε να την σκοτώσει.

Το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα βρήκε καταφύγιο στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος, πονόψυχος καθώς ήταν, το δέχτηκε και το προστάτεψε. Η Κερού δεν μπορούσε να το χωνέψει και άρχισε να συκοφάντη τον Άγιο. Ο Εισαγγελεύς πήρε την κατάθεση και την επομένη πήγε αγριεμένος στην Αίγινα με δυο χωροφύλακες. Παραβίασε την πόρτα, παρά τους κανονισμούς του Μοναστηριού, και μπήκε κατ’ ευθεία στο διαμέρισμα του Αγίου. Οι Μοναχές αναστατώθηκαν και άρχισαν να κλαίνε.

Ο Δεσπότης σηκώθηκε με το συνηθισμένο Χριστιανικό του χαμόγελο να τους υποδεχτεί. Ο Ανακριτής έξω φρενών, είπε εις τον εβδομηκονταετή τότε γέροντα:

—Βρε παλιοκαλόγερε!… που είναι τα παιδιά που κάνεις; (Επακολούθησε αισχρότατη φράση). Αυτά κάνεις εδώ πέρα; Κατόπιν τον έπιασε από το ράσο και τον απειλούσε, λέγοντας:

Θα σου ξεριζώσω τα γένια τρίχα, τρίχα.

Ο Άγιος δεν έβγαλε λέξη. Μόνον με το χέρι του έδειχνε ψηλά και έλεγε:

—Βλέπει ο Θεός. Ξέρει ο Θεός!!

Και πράγματι! «έστι δίκης οφθαλμός, Ως τα πανθ’ ορά».

Ο ασεβέστατος Εισαγγελέας σε μια εβδομάδα αρρώστησε βαριά. Είχε τρομερούς πόνους

από την αρρώστια του. Το χέρι εκείνο, που έπιασε και κουνούσε τον Άγιο, ξεράθηκε. Τότε το συναισθάνθηκε και ζήτησε να τον πάνε μπροστά στον Άγιο, για να τον συγχωρέσει. Πράγματι τον πήγαν. Έπεσε στα πόδια του Αγίου, μαζί με την γυναίκα του και ζητούσε να τον λυπηθεί. Ο Άγιος προσευχήθηκε στο Θεό πολύ. Ήταν ο μακάριος ανεξίκακος και μακρόθυμος. Τον συγχώρησε με την καρδιά του. Τού Εισαγγελέως έπειτα από δύο χρόνια του κόψανε το χέρι. Εκείνο το χέρι που κουνούσε, από το γιακά του ράσου, τον Άγιο.

Το Μοναστήρι του όμως, παρ’ όλα αυτά, πρόκοψε. Εν τω μεταξύ η Αδελφότης μεγάλωσε, γιατί προσετέθησαν και άλλες Αδελφές και μάλιστα μορφωμένες. Έγινε ένα πνευματικόν κέντρο, που ξεκούραζε ψυχικά και φώτιζε τους ανθρώπους. Ο Άγιος Νεκτάριος αναδείχθηκε θαυματουργός και επιτελεί θαύματα καθημερινά σε αυτούς που τον επικαλούνται με πίστη. Πολύ χαρακτηριστικό είναι ένα θαύμα που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ρουμανία, συγκεκριμένα την άνοιξη του 2010. Σε ένα χωριό της Ρουμανίας δεν υπήρχε ιερέας, και οι κάτοικοι πήγαιναν συχνά στον Πατριάρχη με το αίτημα, την πλήρωση της κενής θέσης. Όμως ο Πατριάρχης δεν είχε την δυνατότητα να ικανοποιήσει το αίτημα των ανθρώπων.

Πήγαιναν και ξαναπήγαιναν οι κάτοικοι, αλλά, τίποτε ο Πατριάρχης τους έλεγε τα ίδια λόγια, ότι δεν έχω ιερέα να σας στείλω στο χωριό. Εντωμεταξύ άλλοι πέθαιναν αδιάβαστοι, άλλοι είχαν γυναίκες και παιδιά χωρίς γάμο, τα παιδιά και οι μεγάλοι ήταν αβάπτιστοι. Μια μέρα σταμάτησε έξω από τον Ναό ένα αυτοκίνητο και κατέβηκε ένας ιερέας όλο το χωριό ανάστατο ήρθε παπάς φώναζαν. Πήγαν εκεί οι κάτοικοι, τον καλωσόρισαν και του είπαν: πως ήρθες στο χωρίο αφού ο πατριάρχης μας είχε πει ότι δεν έχει παπά να μας στείλει; Τότε ο ιερέας τους είπε αυτό δεν θέλατε; δεν θέλατε ιερέα; Να ήρθα. Όλο το χωριό χάρηκε στην παρουσία του νέου ιερέα.

Ο Ιερέας άρχισε αμέσως δουλειά πήγε σε όλους τους τάφους και διάβαζε την εξόδιο ακολουθία, βάπτισε και πάντρεψε όλους στο χωριό λειτουργούσε τους κοινωνούσε. Μια μέρα καλεί του χωρικούς και τους λέγει ότι: θα φύγω τελείωσε η αποστολή μου. Τότε το χωριό αναστατώθηκε. Όμως ο ιερέας δεν άκουγε τους κατοίκους και ενέμενε στην απόφασή του. Αφού οι χωρικοί κατάλαβαν ότι δεν γινόταν τίποτε τον ευχαρίστησαν για την προσφορά του και τον κατευόδωσαν.

Μετά από μέρες πήγαν στον Πατριάρχη να τον ευχαριστήσουν που τους έστειλε παπά και να του πουν όταν μπορέσει να τους ξαναστείλει κάποιον ιερέα, αλλά ο πατριάρχης δεν ήξερε τίποτε. Τους είπε ότι εγώ δεν έστειλα κανέναν παπά γιατί δεν έχω, όμως περιμένετε μήπως ο πρωτοσύγκελος, σας έστειλε κάποιον για να σας εξυπηρετήσει. Πήρε τηλέφωνο τον πρωτοσύγκελο αλλά ούτε αυτός είχε στείλει κανέναν. Ο πατριάρχης τους είπε τι έκανε αυτός ο ιερέας στην ενορία; Οι χωρικοί είπαν μας πάντρεψε, μας βάπτισε, μας έκανε τις κηδείες των γονέων, μας έκανε ότι κάνει ένας παπάς.

Καλά είπε ο πατριάρχης δεν σας έδινε χαρτιά δεν έγραφε τα μυστήρια; -βεβαίως είπαν οι χωρικοί μας έδινε χαρτιά και τα καταχώρισε στα βιβλία του Ναού. – Δεν είδατε τι έγραφε; και πως υπέγραφε με τι όνομα; -Όλα τα στοιχεία δέσποτα τα έγραφε στα ρουμανικά , δεν ξέρουμε γιατί την υπογραφή την έβαζε σε άλλη γλώσσα που δεν έχουμε ξαναδεί.

Ο πατριάρχης παρακάλεσε να πάνε να φέρουν τα βιβλία για να δει ποιος ήταν αυτός ο κληρικός. Όταν του πήγαν τα βιβλία ο πατριάρχης έμεινε έκθαμβος δεν πίστευε στα μάτια του όντως όλα τα στοιχεία ήταν γραμμένα στα ρουμανικά ενώ το όνομα του ήταν γραμμένο στα Ελληνικά με το όνομα της υπογραφής Νεκτάριος επίσκοπος Πενταπόλεως.

Στις 9 Νοεμβρίου 2010 στην Αίγινα πήγαν πολλά λεωφορεία με ιερείς και πιστούς από την Ρουμανία για να προσκυνήσουν τον Άγιο. Κάθε χρόνο στις 9 Νοεμβρίου στην Αίγινα έρχονται πολλοί προσκυνητές από την Ρουμανία. Ο άγιος Νεκτάριος όμως καθώς υπήρξε κατά πάντα μιμητής του Κυρίου μας, βίωσε σε όλη του την ζωή το «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν·» (Ιω. 15, 20). Ακόμα και την ημέρα της κοίμησής του όταν έπρεπε να μεταφερθεί από το Αρεταίειο Νοσοκομείο στην Αίγινα για την εξόδιο ακολουθία, όταν έφτασε η νεκροφόρα με το σώμα του Αγίου Νεκταρίου στον Πειραιά ο οδηγός «ξεφόρτωσε» το φέρετρο στα σκαλιά του Ναού της Αγίας Τριάδας Ούτε οι Ιερείς του Ναού είχαν χρόνο να έλθουν να διαβάσουν ένα στοιχειώδες Τρισάγιο. Ούτε και αυτός ο νεωκόρος δεν άνοιξε την εκκλησία να φιλοξενηθεί για λίγο μέσα η σωρός ώσπου να έρθει το καραβάκι να παραλάβει την σορό.

Για όλα αυτά ο Θεός τον περιεκόσμησε με το χάρισμα της αγιότητας και της θαυματουργίας και “αναβλύζει ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσι· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα.

Αθανάσιος Παπαγεωργίου

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σηλυβρίας τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν ἔφορον, τὸν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα ἀρετῆς φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ, ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυματώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίως ἐβίωσας, ὡς Ἱεράρχης σοφός, δοξάσας τὸν Κύριον, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, Νεκτάριε Ὅσιε. Ὅθεν του Παρακλήτου, δοξασθεὶς τῇ δυνάμει, δαίμονας ἀπελαύνεις, καὶ νοσοῦντας ἰᾶσαι, τους πιστῶς προσιόντας, τοῖς θείοις λειψάνοις σου.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὀρθοδοξίας τὸν ἀστέρα τὸν νεόφωτον, καὶ Ἐκκλησίας τὸ νεόδμητον προτείχισμα Ἀνυμνήσωμεν καρδίας ἐν εὐφροσύνῃ. Δοξασθεὶς γὰρ ἐνεργείᾳ τῇ τοῦ Πνεύματος. Ἰαμάτων ἀναβλύζει χάριν ἄφθονον τοῖς κραυγάζουσι· χαίροις Πάτερ Νεκτάριε.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν ταφον σου Σωτὴρ.
Ὡς ἥλιος λαμπρός, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, ἀνέτειλας ἡμῖν, τῇ ὁσίᾳ ζωῇ σου, Νεκτάριε Ὅσιε, καὶ πρὸς δόξαν καὶ αἴνεσιν, πάντας ἤγειρας, Χριστοῦ τοῦ πάντων Δεσπότου, τοῦ σὲ δείξαντος, δεδοξασμένον σε Πάτερ, θαυμάτων δυνάμεσι.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καθαρότητα, τῆς πολιτείας σου, καὶ τὴν εὐθύτητα, Πάτερ τῶν τρόπων σου, ὡς προσφορὰν πνευματικήν, δεξάμενος ὁ Δεσπότης, ἰαμάτων κρήνην σε, ἐν Αἰγίνῃ ἀνέδειξε, τοῖς πιστῶς προστρέχουσι, τοῖς ἁγίοις λειψάνοις σου, τοῖς νέμουσιν ὀσμὴν οὐρανίαν, πᾶσι καὶ θείαν εὐωδίαν.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ὀρθοδόξων δογμάτων ἑρμηνευτής, διδαχῶν θεοφθόγγων ὑφηγητής, δεικνύμενος Ὅσιε, Ἱεράρχης ὡς ἔνθεος, τῶν εὐσεβῶν ῥυθμίζεις, ἐνθέως τὸ φρόνημα, πρὸς θεϊκὴν ἀγάπην, καὶ τρίβον σωτήριον. Ὅθεν ἐν Αἰγίνῃ, θεοφρόνως ἐγείρεις, Μονὴν σεπτὴν Ὅσιε, εἰς ψυχῶν περιποίησιν, Θεοφόρε Νεκτάριε· ἐν ᾗ Μοναζουσῶν ἡ πληθύς, τὰ σεπτά σου προσκυνοῦσα λείψανα, εὐλαβῶς ἑορτάζει, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῆς διανύσας τὸν δρόμον Ὅσιε, θεοπρεπῶς μετετέθης πρὸς τὴν ἀγήρω ζωήν, καὶ ἁγίων κοινωνὸς ὤφθης Νεκτάριε, μεθ’ ὧν πρέσβευε ἀεί, τῷ Παντάνακτι Χριστῷ, δοθῆναι πταισμάτων λύσιν, καὶ ψυχικὴν σωτηρίαν, τοῖς ἑορτάζουσι τὴν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Ἄνθρωπος οὐρανόφρων, ἀνεδείχθης ἐν κόσμῳ, Νεκτάριε Χριστοῦ Ἱεράρχα· ζωὴν γὰρ ὁσίαν διελθών, ἀκέραιος ὅσιος καὶ θεόληπτος, ἐν πᾶσιν ἐχρημάτισας· ἐντεῦθεν παρ’ ἡμῶν ἀκούεις.

Χαῖρε δι’ οὗ οἱ πιστοὶ ὑψοῦνται,
χαῖρε δι’ οὗ ἐχθροὶ θαμβοῦνται.
Χαῖρε τῶν Ὁσίων Πατέρων ἐφάμιλλος,
χαῖρε Ὀρθοδόξων ὁ θεῖος διδάσκαλος.
Χαῖρε οἶκος ἁγιώτατος ἐνεργείας θεϊκῆς,
χαῖρε βίβλος θεοτύπωτος πολιτείας τῆς καινῆς.
Χαῖρε ὅτι ἀρτίως ἡμιλλήθης Ἁγίοις,
χαῖρε ὅτι ἐμφρόνως ἐχωρίσθης τῆς ὕλης.
Χαῖρε λαμπρὸν τῆς Πίστεως τρόπαιον,
χαῖρε σεπτὸν τῆς χάριτος ὄργανον.
Χαῖρε δι’ οὗ Ἐκκλησία χορεύει,
χαῖρε δι’ οὗ νῆσος Αἴγινα χαίρει.
Χαίροις Πάτερ Νεκτάριε.

Μετάβαση στο περιεχόμενο