Ο Άγιος της τελευταίας στιγμής

Στην Αίγυπτο λοιπόν, μια γυναίκα είδε ξαφνικά τη ζωή της να αλλάζει. Γέμισε γέλιο και χαρά. Απέκτησε νόημα και σκοπό. Το παιδάκι μας βρέθηκε σε μια ζεστή αγκαλιά, σ΄ένα σπιτάκι μικρό, μα γεμάτο αγάπη. Η μάνα του ήταν μια ψηλόλιγνη γυναίκα, με μεγάλα, θλιμμένα μάτια. Πολλά βάσανα είχε περάσει ως τότε, αρρώστιες, θανάτους, αγωνίες. Όλα αυτά όμως έμοιαζαν μακρινά. Όση τρυφεράδα έκρυβε μέσα της τη δώρισε σ΄αυτό το παιδί, το δικό της δώρο της ζωής. «Δώρο των Θεών», που τόσους λάτρευαν τότε οι Αιγύπτιοι, έτσι το αποκαλούσε το βλαστάρι της και ήταν βέβαιη πως δε θα μπορούσε να το αγαπήσει περισσότερο αν το είχε βγάλει απ’ τα σπλάχνα της. 

Ήταν μια περίοδος ευλογημένη! Οι δυο τους έπαιζαν, τραγουδούσαν, ονειρεύονταν! Η μάνα ένιωθε πως οι θεοί την είχαν αγγίξει με τα ίδια τους τα χέρια. Βέβαια, το να μεγαλώνεις ένα παιδί, δεν είναι μόνο ευχάριστο. Πέρα από τα γέλια και τα παιχνίδια, υπάρχουν και οι αρρώστιες, οι έγνοιες και τα κάθε λογής δυσάρεστα. Κι απ’ αυτά δεν τους έλειπαν. 

Μια μέρα, ο μικρός έκανε μια σκανταλιά. Ενώ η μάνα του τού είχε ρητά απαγορεύσει να ακουμπήσει το γλυκό που είχε ετοιμάσει, εκείνος – καθόλου πρωτάκουστο για παιδί – την παράκουσε! Κι όχι μόνο έφαγε το γλυκό, παρά στην προσπάθειά του να βάλει το βάζο πίσω στη θέση του – λες κι η μάνα του δε θα καταλάβαινε τι είχε προηγηθεί!- του γλύστρησε, έπεσε κι έσπασε σε χίλια κομμάτια! 

Ακούγοντας το θόρυβο εκείνη έτρεξε να δει τι είχε συμβεί. Βρήκε τον κανακάρη της πασαλειμμένο και με το ένοχο ύφος να τον έχει ήδη καταδικάσει! Γεμάτη αγάπη και υπομονή εκείνη, τον καθάρισε, τον πήρε αγκαλιά και χωρίς να τον μαλώσει άρχισε να τον ρωτά ήρεμα τι είχε γίνει. Ο μικρός ομολόγησε με συντριβή. 

-Ξέρεις τι κάνουμε μετά, μόλις ομολογήσουμε το λάθος μας; Ρώτησε η μάνα. 

-Τι; 

-Ζητάμε συγγνώμη. 

-Και; Μας συγχωρούν; 

-Μας συγχωρούν. 

-Όλοι; 

-Όλοι. Κι ο ίδιος ο Φαραώ. 

-Ό,τι κι αν έχουμε κάνει; 

-Και έγκλημα να έχουμε κάνει! Άκου να δεις τώρα τι θυμήθηκα… Είναι μια ιστορία που μου είχε πει η γιαγιά μου. Πριν πολλά – πολλά χρόνια, ζούσε ένας άνθρωπος, που για κάποιο λόγο είχε μπει φυλακή… 

-Γιατί; Τι έκανε; 

-Δε θυμάμαι. Μπορεί και τίποτα. Ξέρεις, καμιά φορά, μπορεί και ένας αθώος να μπλεχτεί και να κατηγορηθεί άδικα. Ήταν που λες στη φυλακή… Και μια μέρα, τον κάλεσε ο ίδιος ο Φαραώ! 

-Ο Φαραώ; Γιατί; 

-Είχε δει, λένε, κάτι όνειρα πολύ περίεργα και ο μόνος που μπορούσε να τα ξεδιαλύνει ήταν αυτός, ο φυλακισμένος. 

-Και, του τα ξεδιάλυνε; 

-Βέβαια! Κι όχι μόνο αυτό! Ο Φαραώ μας τόσο ευχαριστήθηκε μαζί του, που τον έβγαλε από τη φυλακή… 

-Τον συγχώρησε δηλαδή; 

-Ναι! Και τον πήρε μαζί του στο παλάτι! 

-Τι; Στο παλάτι; Το φυλακισμένο; 

-Ναι, σου λέω! Τον έκανε μεγάλο και τρανό! Έχτισε τότε αυτός μεγάλες αποθήκες, μάζεψε μέσα τη σοδειά από εφτά καλές χρονιές και όταν μετά ήρθαν εφτά χρόνια πείνας, η χώρα μας όχι μόνο δεν πείνασε, παρά πούλησε στάρι και σε ξένους! Έρχονταν εδώ από παντού, να βρούν τροφή, να σωθούν, από τη Φοινίκη, από την Κρήτη, από τη γη Ισραήλ… 

-Πού είναι αυτό; 

Η μάνα κόμπιασε. Κατάπιε να καθαρίσει δήθεν το λαιμό της και συνέχισε με ήρεμη φωνή. 

-Όχι πολύ μακριά από δω… Κι ο φυλακισμένος που λέγαμε, που έγινε άρχοντας, ο πρώτος μετά τον Φαραώ, από κει ήτανε. Ήρθαν κάποτε και τα αδέρφια του να ψωνίσουν στάρι. Κάποιοι λέγανε μάλιστα ότι αυτοί φταίγανε που κατέληξε εδώ και μπήκε φυλακή. Τον είχανε πουλήσει σκλάβο, μάλλον… Δε θυμάμαι καλά… Πάντως αυτός… 

-Τους έριξε φυλακή, να τους τιμωρήσει! Αυτό δεν έκανε; 

-Το αντίθετο! Τους συγχώρησε και τους κράτησε κοντά του! 

-Μα, αφού ήταν κακοί! 

-Αυτός όμως τους αγαπούσε! Αδέρφια του ήτανε… Κι αφού του ζητήσανε κι αυτοί συγγνώμη… 

Έτσι λοιπόν! Όποιος έχει δύναμη, συγχωρεί… Και ο βασιλιάς μάλιστα…. Αυτός κι αν συγχωρεί! Ακόμη και εγκληματίες!

 

Σοφία Κατάρα-Ξυλογιαννοπούλου
Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο Άγιος της τελευταίας στιγμής” εκδόσεις Εαρ

Μετάβαση στο περιεχόμενο