Ο μικρός Σέργιος, μέρος Α΄

Σε ένα βιβλίο για τον γέροντα, όσιο πλέον, Σωφρόνιο του Έσσεξ που εκδόθηκε στη Μόσχα το 1997 υπήρχε ως παράρτημα η ιστορία του μικρού Σέργιου Στάρκ. Συνέβη ένας γνωστός μου να μεταφράσει στα ελληνικά αυτό το μικρό κείμενο και να μου ζητήσει να αναλάβω τις διορθώσεις. Ήθελε να κάνει αυτή την ιστορία γνωστή αλλά δεν έγινε δυνατόν μέχρι στιγμής να εκδοθεί αυτό το κείμενο και να κυκλοφορήσει ευρέως. Θεώρησα, λοιπόν, ότι είναι καλή ευκαιρία μέσω της ιστοσελίδας μας να παρουσιαστεί η ιστορία του μικρού Σέργιου. Και επειδή είναι κάπως μεγάλη θα την παρουσιάσω τμηματικά.

Η οικογένεια Στάρκ ήταν από τη Ρωσία. Ο πατέρας του Σέργιου, Μπόρις, γεννήθηκε το 1909 στην Κροστάνδη, στο μέρος όπου έζησε και έδρασε ένας μεγάλος άγιος της ρωσικής Εκκλησίας, ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης. Το 1925 ο Μπόρις έφυγε από τη Ρωσία και, ακολουθώντας το δρόμο πολλών άλλων Ρώσων προσφύγων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω της επικράτησης των κομμουνιστών, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. Εκεί παντρεύτηκε τη Ναταλία και το 1930 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, ο Σέργιος. Το 1937 ο Μπόρις χειροτονήθηκε ιερέας. Λειτούργησε σε πολλές ρωσικές εκκλησίες στη Γαλλία, μία από τις οποίες ήταν στο ρωσικό κοιμητήριο της περιοχής Σεντ Ζενεβιέβ ντε Μπουά κοντά στο Παρίσι. Εκεί λειτουργούσε μαζί με τον γέροντα Σωφρόνιο με τον οποίο συνδέθηκαν οικογενειακώς με βαθιά φιλία. Το 1952 η οικογένεια Στάρκ επέστρεψε στη Ρωσία και ο πατέρας Μπόρις εξακολούθησε να ιερουργεί σε διάφορες πόλεις έως το θάνατό του το 1966.

Η ιστορία του Σέργιου διαδραματίζεται εξολοκλήρου στη Γαλλία. Ο Σέργιος δεν επέστρεψε στην πατρίδα των γονιών του, γιατί στα δέκα του χρόνια έφυγε από τη ζωή από μία ασθένεια που ίσως θα μπορούσε να θεραπευτεί, αν δεν είχαν δοθεί όλα τα αποθέματα της πενικιλίνης στο μέτωπο για τους στρατιώτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ίσως, όμως, και να μην είχε θεραπευτεί…

Στα εννιά του χρόνια ο Σέργιος ήταν ένα χαρούμενο υγιές αγοράκι με φωτοβόλα μάτια που η ειλικρίνειά τους σε κέρδιζε αμέσως. Αγαπούσε, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, τις βόλτες με το ποδήλατο το οποίο μοιραζόταν με ένα άλλο παιδί, μιας και τότε το ποδήλατο ήταν μεγάλη πολυτέλεια για τις οικογένειες των Ρώσων προσφύγων. Οι τσέπες του ήταν γεμάτες με ένα σωρό μικρούς «θησαυρούς»: μπίλιες, καπάκια, σχοινάκια, πετραδάκια και ό,τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιήσει στα αυτοσχέδια παιχνίδια του. Ήταν όχι μόνο ζωηρός αλλά και ατακτούλης, όμως δεν μπορούσε κανείς να θυμώσει με τις αταξίες του. Όλοι τον αγαπούσαν ακόμα και οι εισπράκτορες των λεωφορείων που πηγαινοφέρναν τα παιδιά στο σχολείο τους.

Κάποια Χριστούγεννα – θα ήταν τότε τριών ή τεσσάρων χρόνων – του χάρισε κάποιος ένα κουτί μπισκότα. Μερικά από αυτά είχαν το σχήμα μικρών ζώων, αρνάκια, λαγουδάκια κ.τ.λ. Ο Σέργιος, παρόλο που αγαπούσε πολύ τα γλυκά, αυτά τα μπισκότα δεν τα έφαγε. Τα ξεχώρισε από τα υπόλοιπα και τα έβαλε στο κουτί τους, σκεπάζοντάς τα με βαμβάκι. Μετά από λίγο καιρό ζήτησε από τη μητέρα του να του εξηγήσει τι ήταν το κρέας και όταν αυτή του εξήγησε σταμάτησε να τρώει κρέας. Ακόμα και το ζαμπόν που του άρεσε πάρα πολύ αρνιόταν να το φάει. Οι γονείς του, βέβαια, δεν συμφωνούσαν καθόλου με αυτή του την απόφαση. Φοβόντουσαν ότι θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του και προσπαθούσαν να τον ξεγελάσουν. Του είπαν ότι τα λουκάνικα ήταν φτιαγμένα από ψάρι, το οποίο και έτρωγε, αλλά όταν τελικά έμαθε ότι είναι κι αυτό κρέας, δηλαδή από ζώο που αναπνέει με τον αέρα, έκλαιγε απαρηγόρητα. Μετά από αυτό το επεισόδιο είχε γίνει λιγάκι «καχύποπτος» και όταν τον κέρασαν μια μπανάνα, δεν ήθελε να την φάει γιατί πίστευε ότι οι μεγάλοι του έλεγαν πάλι ψέματα και ότι η μπανάνα ήταν κάποτε κάμπια που της έκοψαν τα ποδαράκια!

Η άρνησή του να φάει κρέας δεν ήταν από απέχθεια αλλά από την αγάπη του σε κάθε ζωντανό πλάσμα που, όπως έλεγε, αναπνέει με τον αέρα και έχει δικαίωμα στη ζωή. Ήξερε από τότε ότι οι μοναχοί δεν τρώνε ποτέ κρέας αλλά μόνο ψάρι, όπως και ο Ιησούς Χριστός, γι’ αυτό και επέτρεπε στον εαυτό του το ψάρι. Ναι, ο Σέργιος ήδη από μικρός είχε πάρει την απόφαση να γίνει μοναχός. Αυτό ήταν το όνειρό του και το κρατούσε βαθιά στην καρδιά του και δεν μίλαγε σχεδόν ποτέ γι’ αυτό. Τώρα βέβαια τι σήμαινε γι’ αυτόν ο μοναχισμός και πώς το εξηγούσε στον εαυτό του είναι κάτι που δεν το έμαθε κανείς. Είχε και πνευματικό, τον πατέρα Νίκωνα, με τον οποίο είχε συνδεθεί πολύ. Όμως το πρότυπό του ήταν ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Η μητέρα του τού είχε διηγηθεί τον βίο του και ο Σέργιος είχε εκφράσει την επιθυμία να γίνει σαν κι αυτόν!

Από τα παράθυρα του διαμερίσματός τους σε κάποιο προάστιο του Παρισιού ο Σέργιος έβλεπε συχνά τους φτωχούς ζητιάνους που περίμεναν κάποια ελεημοσύνη από τους περαστικούς αλλά και από τους κατοίκους των γύρω σπιτιών. Οι άνθρωποι συνήθιζαν να τους πετάνε από τα παράθυρα κέρματα τα οποία οι φτωχοί έσκυβαν να τα μαζέψουν. Αυτό στεναχωρούσε πολύ τον Σέργιο. Αναρωτιόταν γιατί οι άνθρωποι τους ανάγκαζαν να σκύβουν για να μαζέψουν τα χρήματα. Θεωρούσε, αν και δεν το εξέφρασε έτσι, ότι υποτιμούσαν και εξευτέλιζαν τους φτωχούς με αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος πολλές φορές κατέβαινε από το διαμέρισμα στο δρόμο για να τους δώσει κάτι ή να τους μαζέψει τα πεταμένα κέρματα. Συχνά, ρωτούσε τη μητέρα του αν μπορούσαν να καλέσουν στο τραπέζι τους φτωχούς να φάνε μαζί τους. «Γιατί εσείς καλείτε ανθρώπους που είναι χορτασμένοι και καλά ντυμένοι, ενώ δεν καλείτε τους φτωχούς που πεινάνε πραγματικά;», έλεγε στους δικούς του, φέρνοντας τους σε αμηχανία.

Δεν μπορούσε να καταλάβει και να αποδεχτεί την ασυνέπεια και την υποκρισία των μεγάλων. Για παράδειγμα, του φαινόταν παράξενο το γεγονός ότι οι άνθρωποι την Κυριακή της Συγγνώμης στο τέλος του Εσπερινού ζητάνε ο ένας από τον άλλο συγχώρεση αλλά έξω από την εκκλησία, όταν συναντούν γνωστούς ή συγγενείς, δεν κάνουν το ίδιο. Ή, όταν συνέβαινε η ενορία τους να οργανώσει ένα κοινό γεύμα, γιατί πριν αρχίσουν το φαγητό διάβαζαν προσευχή, ενώ όταν πήγαιναν σε ένα τραπέζι στους συγγενείς τους δεν προσεύχονταν πριν φάνε; 

Η πίστη του ήταν απλή και δυνατή. Δεν χωρούσαν συμβιβασμοί και υποχωρήσεις, όλα αυτά τα τερτίπια που σκαρφιζόμαστε οι ενήλικες προκειμένου να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Όταν αρρώσταινε κάποιος πίστευε ότι αρκούσε να προσευχηθεί και να καλέσει σε βοήθεια κάποιον άγιο για να γίνει καλά. Και πράγματι, μία χρονιά παραμονή των Βαΐων αρρώστησε αυτός και η μικρή του αδερφή. Η μητέρα του τού ζήτησε να προσευχηθεί και για τους δύο τους. Ο Σέργιος προσευχήθηκε και την άλλη μέρα το πρωί είχε πέσει ο πυρετός και πήγανε υγιείς στη Λειτουργία.

Συνεχίζεται…

Κατερίνα Βαραλέξη
Μετάβαση στο περιεχόμενο