Ο μικρός Σέργιος, Γ΄ μέρος.

Είχε ήδη ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν ο Σέργιος αρρώστησε. Βοήθησε για τελευταία φορά τον πατέρα του στη Θεία Λειτουργία το πρωί των Φώτων του 1940 και το μεσημέρι ανέβασε πυρετό. Κάποιοι γιατροί διέγνωσαν πνευμονία, ενώ κάποιοι άλλοι μηνιγγίτιδα. Έμεινε στο σπίτι με υψηλό πυρετό για 15 μέρες και κατόπιν αποφασίστηκε η μεταφορά του στο νοσοκομείο. Όταν ο Σέργιος κατάλαβε ότι η κατάστασή του ήταν σοβαρή, άρχισε να προσεύχεται και να ψέλνει πολύ δυνατά. Ζητούσε από τον Κύριο να τον ακούσει και να τον βοηθήσει. Παρόλα αυτά, φεύγοντας για το νοσοκομείο προσπαθούσε να πει κάποιον τρυφερό λόγο σε όλους τους ενοίκους της πολυκατοικίας που συγκινημένοι είχαν μαζευτεί στον διάδρομο για να τον αποχαιρετήσουν. 

Στο νοσοκομείο τον έβαλαν σε ξεχωριστό δωμάτιο. Οι γονείς του έμεναν μαζί του όλη την ημέρα αλλά δεν επιτρεπόταν να μείνουν και το βράδυ. Γι’ αυτό το βράδυ τον φρόντιζε μία νοσοκόμα που ήταν καθολική μοναχή. Ο πυρετός συνεχιζόταν και μάλιστα σε υψηλά επίπεδα. Πολλές φορές τις ώρες που τον τυραννούσε ο πυρετός και δεν τον άφηνε να ησυχάσει, η αδελφή νοσοκόμα άκουγε τον Σέργιο να προσεύχεται  δυνατά, πότε στα γαλλικά, πότε στα ρώσικα. Δεν προσευχόταν για τον εαυτό του. Προσευχόταν για τους στρατιώτες που ήταν στα χαρακώματα, τους τραυματίες, τους φτωχούς, τους αστέγους, τους πεινασμένους. Κάποια μέρα, σαν να λυπήθηκε τον εαυτό του είπε: «Τώρα και εγώ μεταμορφώθηκα σε τραυματισμένο στρατιωτάκι!».

Αδυνάτισε πάρα πολύ. Τα κόκαλά του διαγράφονταν κάτω από τις πιτζάμες του. Το σώμα του είχε παντού σημάδια από τις ενέσεις και τους συνασπισμούς, τα καταπλάσματα από σινάπι που άπλωναν στην πλάτη του και με τη θερμαντική δύναμη των οποίων προσπαθούσαν να «τραβήξουν» το κρύωμα έξω. Μάταια, όμως. Το μόνο που πετύχαιναν οι συναπισμοί ήταν να κάνουν τον Σέργιο να υποφέρει. Μια μέρα είπε στη μητέρα του ότι και οι Μάρτυρες υπέφεραν, αλλά υπέφεραν για τον Χριστό, ενώ αυτός υποφέρει για τον εαυτό του και αυτό τον στεναχωρούσε. Εκείνη του είπε ότι και αυτός μπορεί να τα προσφέρει κατά κάποιον τρόπο θυσία στον Θεό, υπομένοντάς τα. Αυτό του άρεσε και πήρε δύναμη για να υπομείνει όλη αυτή τη δοκιμασία. 

Η κατάστασή του δεν βελτιωνόταν και οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τα νοσοκομεία λόγω της εμπόλεμης κατάστασης της χώρας χειροτέρευαν τα πράγματα. Η πενικιλίνη που ήταν ήδη σε χρήση και που θα μπορούσε να χορηγηθεί στον Σέργιο είχε δεσμευτεί για τους στρατιώτες στο μέτωπο. Έτσι, ο άμαχος πληθυσμός δεν μπορούσε να επωφεληθεί από το φάρμακο αυτό. Οι εννέα γιατροί που παρακολουθούσαν τον Σέργιο, ανάμεσά τους και ένας επιστήμονας ειδικός στις παιδικές αρρώστιες, είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά. 

Τις τελευταίες 15 μέρες, ο Σέργιος κοινωνούσε καθημερινά. Περίμενε με ανυπομονησία τη Θεία Μετάληψη. Προετοιμαζόταν, όσο του επέτρεπε ο πυρετός, γιατί καμιά φορά μπερδευόταν και παραμιλούσε. Αυτό που τον στεναχωρούσε ήταν ότι ο πυρετός δεν τον άφηνε να θυμηθεί τις αμαρτίες του και να τις εξομολογηθεί πριν κοινωνήσει! Ο πατέρας του άρχισε να τον κοινωνεί ως άρρωστο, χωρίς να είναι απαραίτητη προηγούμενη εξομολόγηση, κι αυτό τον ησύχασε. 

Πολλοί άνθρωποι προσεύχονταν για τον Σέργιο, έστω κι αν δεν τον γνώριζαν προσωπικά αλλά είχαν ακούσει από κάποιον γνωστό τους γι’ αυτόν. Η ένταση της προσευχής ήταν μεγάλη και την συναισθάνονταν τόσο οι γονείς του Σέργιου όσο και ο ίδιος. Συναισθανόταν, επίσης, ότι θα πεθάνει και κάπου – κάπου τον έπιανε το παράπονο, γιατί δεν είχε προλάβει να τελειώσει το σχολείο και να μάθει τον πολλαπλασιασμό! Σκεφτόταν επίσης, τους γνωστούς τους και τα αγαπημένα του πρόσωπα, τη μητέρα του, τον πατέρα του, το σκυλάκι του, τα παιχνίδια του και τα νοσταλγούσε. Ήταν παιδί…

Μια φορά που τον επισκέφτηκε στο νοσοκομείο ο π. Νίκων, ο πνευματικός του, του είπε για να του δώσει κουράγιο: «Όταν αναρρώσεις και μεγαλώσεις, τότε ο μητροπολίτης θα σε ευλογήσει με τον μοναστικό Σταυρό και θα σου δώσει το όνομα Σεραφείμ!». Στο άκουσμα αυτού του λόγου, ο Σέργιος άρχισε να παρακαλάει τον πατέρα Νίκωνα να μην περιμένουν μέχρι να μεγαλώσει αλλά να του δώσουν χωρίς αναβολή τον μοναστικό Σταυρό και το καινούργιο όνομα, το όνομα του αγαπημένου του αγίου. Μπροστά στην τόση επιμονή του, ο π. Νίκων μετέφερε το αίτημά του στον μητροπολίτη κι αυτός, που γνώριζε και αγαπούσε τον Σέργιο, του έστειλε ένα μικρό ξύλινο σταυρουδάκι. Ο Σέργιος το δέχτηκε με μεγάλη συγκίνηση. Ένιωθε ότι αυτό το σταυρουδάκι ήταν η μοναχική του κουρά. Γι’ αυτό και το κράτησε σφιχτά, χωρίς να το αποχωριστεί από τότε και το έδινε να το ασπάζονται όλοι όσοι τον επισκέπτονταν.

Όταν πια οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, είπαν στους γονείς του να τον πάρουν σπίτι. Έτσι, στις 16 Φεβρουαρίου 1940 ο Σέργιος γύρισε σπίτι του και έζησε άλλες τρεις μέρες κοντά στα αγαπημένα του πρόσωπα, προσευχόμενος και περιμένοντας συνειδητά τον θάνατό του. Στις 19 του μηνός η αδύνατη καρδιά του Σέργιου άφησε το σωματάκι του στη γη και ανέβηκε στον ουρανό. Για τρεις μέρες, πριν την ταφή του, παρέμεινε στο σπίτι του. Τον είχαν ντύσει με το λευκό του στιχάρι, αυτό που φορούσε όταν βοηθούσε στις Λειτουργίες τον πατέρα του. Στα χέρια του κρατούσε το σταυρουδάκι που του χάρισε ο μητροπολίτης και το κομποσκοίνι του. Ο π. Μπόρις διάβαζε μόνος του ή με άλλους ιερείς που έρχονταν στο σπίτι το Ψαλτήρι ή τελούσαν μνημόσυνο. Πέρασε πολύς κόσμος για να προσευχηθεί για τον Σέργιο κι ήταν σαν αληθινό προσκύνημα! Η ατμόσφαιρα που επικρατούσε είχε κάτι που δεν το συναντούσες στις κηδείες άλλων ανθρώπων. Η ηρεμία, η ειρήνη και το φως που υπήρχε στο νεκρό προσωπάκι του Σέργιου διαχεόταν στο χώρο και στους παρευρισκόμενους κι ήταν σε όλους αισθητή. 

Τον κήδεψαν στο ρώσικο νεκροταφείο στην περιοχή Σέντ Ζενεβιέβ ντε Μπουά. Το φέρετρό του από τον δρόμο έως την Εκκλησία του κοιμητηρίου το μετέφεραν οι επτά ιερείς που είχαν συγκεντρωθεί για να τελέσουν την εξόδιο ακολουθία. Το συνόδευαν παιδιά που κρατούσαν στα χέρια λουλούδια και στεφάνια για τον Σέργιο. Είχαν έρθει για να τον συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία (όπως συνηθίσαμε να λέμε αλλά μάλλον κακώς) άνθρωποι ακόμα και από το Παρίσι, παρά τη μεγάλη απόσταση και τη δυσκολία που συνεπαγόταν εκείνη την εποχή ένα τέτοιο ταξίδι. Θάφτηκε σε έναν μικρό τάφο, περιτριγυρισμένο από ρωσικούς σταυρούς, κοντά στην αγαπημένη του εκκλησία, κάτω από τον απέραντο ολοκάθαρο θόλο του ανοιξιάτικου ουρανού στον οποίο είχαν ήδη αρχίσει να κελαηδάνε οι πρώτοι κορυδαλλοί….

Η ιστορία του Σέργιου βασίστηκε στις αναμνήσεις της μοναχής Σεραφείμας Οσόργινα και, όπως ανέφερα και στο πρώτο μέρος της ιστορίας, βρισκόταν ως παράρτημα σε ένα ρώσικης έκδοσης βιβλίο για τον όσιο Σωφρόνιο του Έσσεξ. Κάποτε είχα ζητήσει από κάποιους φίλους μου να μου πουν τι σημαίνει γι’ αυτούς να είσαι παιδί, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα έβρισκα την έμπνευση που μου χρειαζόταν για να ασχοληθώ με την ιστορία του Σέργιου. Όλοι μου απάντησαν πολύ ωραία πράγματα και τους ευχαριστώ θερμά. Είπαν ότι το να είσαι παιδί σημαίνει να έχεις εμπιστοσύνη, αγνότητα, απροϋπόθετη αγάπη, ειλικρίνεια, αυθορμητισμό, ξεγνοιασιά, χαρά, φαντασία, όρεξη για ζωή, ελευθερία, απλότητα. Σημαίνει να έχεις μία άλλη, διαφορετική από τους ενήλικες, ματιά προς τη ζωή και τέλος σημαίνει αγιότητα. Όλα αυτά νομίζω ότι βρίσκουν εφαρμογή στην περίπτωση του Σέργιου. Ο Σέργιος έδειξε πώς ζει ένα παιδί και – το πιο απρόσμενο – πώς πεθαίνει. 

Για την αντιγραφή,

Κατερίνα Βαραλέξη

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο