Ο μικρός Σέργιος, μέρος Β΄

Με την εκκλησιαστική ζωή ο Σέργιος συμφιλιώθηκε από πολύ νωρίς. Ήταν μόλις επτά ετών, όταν ο πατέρας του χειροτονήθηκε διάκονος την ημέρα της εορτής του αγίου Αλέξανδρου Νιέφσκι. Ο αρχιερέας Βλαδίμηρος Νίτσκει που συμμετείχε στη Λειτουργία εκείνη την ημέρα πρόσεξε το φωτεινό πρόσωπο του Σέργιου και ρώτησε «ποιο είναι αυτό το παιδί με το αγγελικό πρόσωπο;». Ο Σέργιος δεν ξεκολλούσε από τον πατέρα του. Ήθελε να είναι συνεχώς κοντά του. Γι’ αυτόν δεν ήταν πια απλώς ο πατέρας του αλλά ένα πρόσωπο ιερό.

Από τότε που ο πατέρας Μπόρις χειροτονήθηκε, ο Σέργιος τον βοηθούσε στην εκκλησία. Ήταν πολύ συγκινητικό να τους βλέπει κανείς μαζί: ο π. Μπόρις ψηλός και επιβλητικός μέσα στα ιερά άμφια και δίπλα του ένα μικρό, χαριτωμένο παιδάκι, φορώντας το λευκό στιχάριο του, να στέκεται με ευλάβεια και κατάνυξη. Πράγματι, ένιωθε κανείς ότι αυτό το παιδάκι είχε, παρά το νεαρό της ηλικίας του, επίγνωση της ιερότητας και του χώρου και των όσων επιτελούνταν εκεί. Στεκόταν ενώπιον του Θεού και τον υπηρετούσε, βιώνοντας μια κατάσταση εσωτερικής προσευχής. 

Δεν φαινόταν να βαριέται ούτε και να κουράζεται να στέκεται όρθιος στις πολύωρες ακολουθίες. Κάποια φορά που η μητέρα του τον προέτρεψε να καθίσει κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αυτός της απάντησε: «Δεν κουράστηκα καθόλου. Λέω την προσευχή του Ιησού και δεν καταλαβαίνω πόση ώρα περνάει!». Δύσκολο να πιστέψουμε ότι ένα τόσο μικρό παιδί μπορούσε να προσεύχεται με τη λεγόμενη μονολόγιστη ευχή και αφοσιώνεται τόσο σε αυτή που χάνει την αίσθηση του χρόνου! Όμως, ο Κύριος απέκρυψε ταύτα από σοφών και συνετών και απεκάλυψε αυτά νηπίοις (Κατά Λουκάν: ι΄,21).

Τα όσα έβλεπε και άκουγε ο Σέργιος στο σπίτι σχετικά με την προσευχή του Ιησού τον δίδαξαν πώς να προσεύχεται. Έβλεπε τον πατέρα του να κρατά το κομποσκοίνι και να «μετρά» την ευχή, άκουγε τις συζητήσεις που έκανε η οικογένεια και γεννήθηκε μέσα του η επιθυμία να αποκτήσει κι αυτός ένα κομποσκοίνι και όταν κάποιος του χάρισε ένα, έτρεξε στο σπίτι για να το δείξει στους γονείς του. Η μητέρα του το πήρε και το κρέμασε σε ένα καρφάκι δίπλα στα εικονίσματα. Δεν τον άφηνε να βγει έξω με αυτό, φοβόταν μήπως ήταν πολύ επιδεικτικό κάτι τέτοιο, κι έτσι ο Σέργιος καθόταν μπροστά στις εικόνες, έπαιρνε το κομποσκοίνι, προσευχόταν και μετά το ξαναέβαζε στη θέση του.

Μόνο μια φορά δυσκολεύτηκε στην προσευχή, όταν κοιμήθηκε η αγαπημένη του γιαγιά. Τότε ο Σέργιος, καθώς προσευχόταν για τους ζωντανούς την παρέλειψε αλλά όταν άρχισε να μνημονεύει τους κεκοιμημένους δεν μπόρεσε να προφέρει το όνομά της μαζί τους. Έχωσε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι του και άρχισε να κλαίει. Μετά από λίγο σηκώθηκε, ξανάπιασε την προσευχή αλλά πάλι σταμάτησε όταν έφτασε στο όνομα της γιαγιάς. Του ήταν τόσο δύσκολο να μεταφέρει τη γιαγιά από τους ζωντανούς στους κεκοιμημένους!

Όμως, με τους κεκοιμημένους είχε μια «ιδιαίτερη» σχέση. Άλλωστε παλιότερα η σχέση των ανθρώπων, ακόμα και των παιδιών, με τους κεκοιμημένους ήταν πολύ διαφορετική από ότι σήμερα. Εμείς αποφεύγουμε τους νεκρούς, αποφεύγουμε να τους κοιτάξουμε, να τους αγγίξουμε, να τους δώσουμε τον τελευταίο ασπασμό. Απαγορεύεται να τους κρατήσουμε στο σπίτι μέχρι την εξόδιο ακολουθία και κρατάμε μακριά τα μικρά παιδιά από τις κηδείες. Όμως, παλιότερα ο θάνατος ήταν κομμάτι της ζωής! Παράδοξο αλλά αυτό ήταν το βίωμα. Ο Σέργιος, λοιπόν, ήταν συνηθισμένος και στο θάνατο και στους νεκρούς ή πιο σωστά στους κεκοιμημένους. Κάποτε, βρέθηκε στην εκκλησία την ώρα μιας κηδείας και άκουσε που μνημονεύανε τη δούλη του Θεού Αικατερίνα. Από τότε έβαλε το όνομά της στην προσευχή του. Μετά από κάποιο διάστημα οι γονείς του που άκουσαν τον Σέργιο να την μνημονεύει, τον ρώτησαν: «Γιατί προσεύχεσαι γι’ αυτήν; Αφού δεν την ήξερες!». Ο Σέργιος απάντησε: «Πώς δεν την ήξερα. Συναντηθήκαμε μαζί της στην εκκλησία». Από τότε άρχισε και ο πατέρας του να μνημονεύει κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας τη δούλη του Θεού Αικατερίνα.

Συνεχίζεται….

 

Κατερίνα Βαραλέξη
Μετάβαση στο περιεχόμενο