Οι σαράντα δύο Μάρτυρες του Αμορίου

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία στην υπερχιλιετή διάρκειά της ήρθε αντιμέτωπη με πολλούς και διαφορετικούς εχθρούς. Ένας από τους πιο επικίνδυνους ήταν οι Άραβες που εμφανίστηκαν τον 7ο αι. και ταλαιπώρησαν την αυτοκρατορία για τέσσερις αιώνες περίπου. Αφαίρεσαν πολλά εδάφη  στα νότια και ανατολικά της αυτοκρατορίας και, ακόμα και όταν το χαλιφάτο τους διαιρέθηκε, συνέχισαν να προκαλούν εκτεταμένες καταστροφές, ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία. Οι αραβικές εισβολές στόχευαν στη λεηλασία πόλεων ζωτικής σημασίας για την άμυνα της Αυτοκρατορίας και στην αιχμαλωσία των κατοίκων που είτε πωλούνταν ως δούλοι είτε κρατούνταν προκειμένου να ανταλλαχθούν με Άραβες που αιχμαλώτιζαν οι Βυζαντινοί.

Ένα σημαντικό στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο που δέχτηκε αλλεπάλληλες εχθρικές επιδρομές ήταν το Αμόριο της Φρυγίας. Πόλη σημαντική εξαιτίας της καίριας γεωγραφικής της θέσης και γενέτειρα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄, θεμελιωτή της Φρυγικής δυναστείας, αποτέλεσε την πρωτεύουσα του θέματος των Ανατολικών, της μεγαλύτερης και σημαντικότερης επαρχίας της Μικράς Ασίας. Το Αμόριο αλώθηκε το 838 από το χαλίφη Al-Mu̒tașim. Οι στρατιώτες και πολλοί από τους κατοίκους

είτε θανατώθηκαν κατά τη διάρκεια της λεηλασίας της πόλης είτε αιχμαλωτίστηκαν και πωλήθηκαν ως δούλοι. Οι επιφανείς, όμως, Βυζαντινοί αξιωματούχοι εξαιρέθηκαν αρχικά και από το θάνατο και από την πώληση. Κρατήθηκαν αιχμάλωτοι για επτά χρόνια κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, πιεζόμενοι να αρνηθούν την πίστη τους και να ασπαστούν το Ισλάμ. Η άρνησή τους και η σταθερή τους πίστη στο Χριστιανισμό τους οδήγησε τελικά στην εκτέλεση. Πρόκειται για τους σαράντα δύο μάρτυρες του Αμορίου των οποίων η μνήμη τιμάται έως σήμερα στις 6 Μαρτίου.

Το Μαρτύριο τους, σώζεται σε εννέα παραλλαγές (Μαρτύριο A, B, Γ, Δ, Ε, K, M, P, Z) από τις οποίες έχουν εκδοθεί οι οχτώ. Τα αρχαιότερα κείμενα, Β και Ρ, πρέπει να γράφτηκαν πριν τον Ιανουάριο του 846 ή πριν τον Ιούνιο του 847, δηλαδή ένα ή δύο χρόνια μετά το μαρτύριο των αγίων, επομένως διασώζουν σημαντικές ιστορικές πληροφορίες. Αλλά και το έργο του Άραβα Al-Ṭabarī περιγράφει αναλυτικά την άλωση του Αμορίου και συμπληρώνει τυχόν κενά των βυζαντινών πηγών.

Ας δούμε τα πράγματα πιο αναλυτικά:

Το θέμα (στρατιωτική και διοικητική υποδιαίρεση της αυτοκρατορίας κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο) των Ανατολικών κάλυπτε το κεντρικό οροπέδιο της Μικράς Ασίας και είχε πρωτεύουσα το Αμόριο. Το Μαρτύριο Β αναφέρει ότι ήταν πόλις μεγίστη…ἐπίσημός τε καί περιφανής καί πρώτη τῶν μετά τήν βασιλεύουσαν καί τῶν ἁπασῶν πόλεων προκαθημένη. Παρομοίως, οι Άραβες, σύμφωνα με το χρονογράφο Al-Ṭabarī, την αποκαλούσαν οφθαλμό της χριστιανοσύνης και θεωρούσαν ότι έχαιρε μεγαλύτερης εκτίμησης από τους Βυζαντινούς ακόμα και από την ίδια την Κωνσταντινούπολη.

Η πόλη βρισκόταν σε έναν από τους σημαντικότερους οδικούς άξονες που ένωναν την Κωνσταντινούπολη με τις επαρχίες της και το αραβικό χαλιφάτο (βλ. χάρτη). Αποτελούσε, δηλαδή, θέση κλειδί, όπου συγκεντρώνονταν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα ή στάθμευαν προσωρινά στις πορείες τους προς το μέτωπο. Ο πληθυσμός της έφτανε σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς τις 40.000.

Η γεωμορφολογία της περιοχής παρείχε στην πόλη σημαντικά πλεονεκτήματα: οι χαμηλοί λόφοι της προσέφεραν μια φυσική ασπίδα, με αποτέλεσμα να είναι ορατή από τα εχθρικά στρατεύματα μόλις λίγα χιλιόμετρα πριν. Η ίδια, όμως, είχε πολύ καλή εποπτεία της γύρω περιοχής. Το όρος Emirdağlari στα νότια προσέφερε καταφύγιο στον πληθυσμό σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης. Επιπλέον, η πόλη διέθετε πηγές νερού και καλλιεργήσιμες εκτάσεις οι οποίες την εφοδίαζαν με τα απαραίτητα είδη διατροφής.

Καθώς, όμως, ὑπτίῳ αὕτη ἐν πεδίῳ κειμένῃ καί οὐδαμοῦ ὀχυρώματι φυσικῷ τινι περιφραττομένη είχε ανάγκη από ισχυρά τείχη, τα οποία ενισχύονταν με πύργους, σαράντα τέσσερεις στον αριθμό. Επιπροσθέτως, διέθετε πλήθος ἐπιτήδειων μηχανημάτων και ἀποπεμπτηρίων ὀργάνων, χρήσιμα στην άμυνα της. Όλα αυτά την καθιστούσαν απόρθητη.

Στο Αμόριο έδρευαν στρατιωτικοί και διοικητικοί αξιωματούχοι, όπως ο στρατηγός του θέματος, οι τουρμάρχες, οι δρουγγάριοι, αλλά και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, όπως ο επίσκοπος και ο υπόλοιπος κλήρος. Η ύπαρξη αυτή της ελίτ φανερώνει όχι μόνο τη σημασία της πόλης αλλά και το ενδιαφέρον της αυτοκρατορικής ηγεσίας για τη διατήρηση και τόνωση της αστικής ζωής.

Εκτός από στρατιωτική, η πόλη είχε και εμπορική σημασία. Οι οδικοί άξονες δεν χρησίμευαν μόνο για τη μεταφορά στρατευμάτων, αλλά και για τη διακίνηση εμπορευμάτων, τόσο από τους Βυζαντινούς όσο και από τους Άραβες, ακόμα και για την πρόσβαση στους ιερούς τόπους των προσκυνητών. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, η ύπαρξη εβραϊκής κοινότητας στο Αμόριο, ένδειξη αξιόλογης εμπορικής ζωής, αλλά και αιρετικών ομάδων, όπως οι Αθίγγανοι.

Τον 9ο αι. επί βασιλείας του Θεόφιλου οι σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με το χαλιφάτο γνώρισαν διακυμάνσεις. Μαρτυρούνται ειρηνευτικές αποστολές και πολιτιστικές ανταλλαγές. Όμως, οι πολεμικές συγκρούσεις ως επί το πλείστον συνεχίζονταν με εναλλασσόμενες επιτυχίες. Ο Αββασίδης χαλίφης Al-Mamoun, αφού κατέστειλε με επιτυχία ένα επαναστατικό κίνημα, ανέλαβε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Βυζαντίου. Σε απάντηση, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, πιθανόν ενθαρρυμένος από την προσχώρηση στις βυζαντινές δυνάμεις ενός Τούρκου πρώην αξιωματούχου των Αράβων- του Θεόφοβου κατά τις βυζαντινές πηγές- συγκέντρωσε ισχυρές δυνάμεις και εισέδυσε το 837 στη βόρεια Συρία. Πέτυχε δε να καταλάβει τη Σωζόπετρα, τα Αρσαμόσατα και τη Μελιτηνή.

Την κατάληψη της Σωζόπετρας ή Ζάπετρας ακολούθησε, σύμφωνα με τον Al-Ṭabarī, σφαγή του ανδρικού πληθυσμού, αιχμαλωσία των γυναικόπαιδων και πυρπόληση της πόλης. Σύμφωνα με το Μαρτύριο Δ ο χαλίφης Al-Mu̒tașim, διάδοχος του Al-Mamoun, πληροφορούμενος τα γεγονότα θυμοῦ πλησθείς καί ὀργῆς ἔτι δέ καί τήν αἰσχύνην τῆς ἥττης μή ὑποφέρων, τῷ ἐπιόντι καιρῷ ἐκστρατεύσας ἐξῆλθεν κατά τῆς ἠγαπημένης πόλεως τοῦ Ἀμορίου…εἰσιόντος τοῦ Αὐγούστου μηνός τῆς πρώτης ἐπινεμήσεως. Παρουσιάζεται, επομένως, η επίθεση ενάντια στην πόλη -γενέτειρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου- ως πράξη αντεκδίκησης εκ μέρους της αραβικής ηγεσίας, εφόσον μάλιστα οι βυζαντινοί χρονογράφοι θεωρούσαν εσφαλμένα τη Σωζόπετρα ως πατρίδα του χαλίφη Al-Mamoun.

Ο Al-Mu̒tașim συγκέντρωσε μεγάλη δύναμη που αποτελείτο από πλῆθος ἐθνῶν ἀμύθητον…καί βαρβάρων ἀγριοφόνων καί λαῶν βαθυχείλων καί βραδυγλώσσων…ἔτι μην μηχανημάτων καί ἑλεπόλεων σκεύη παντοῖα, οἷς ἁλίσκεται καί διαρπάζεται πόλις. Το γεγονός ότι τον αραβικό στρατό αποτελούσαν ποικίλες εθνικές ομάδες δεν ήταν κάτι ξένο ακόμα και για τους ίδιους τους Βυζαντινούς. Ο ίδιος ο Θεόφιλος είχε εγκαταστήσει Πέρσες στα θέματα της Μικράς Ασίας προς ενίσχυση του στρατιωτικού δυναμικού της. Ο Al-Mu̒tașim είχε έναν επιπλέον λόγο να χρησιμοποιεί ξένους μισθοφόρους, κυρίως Τούρκους, καθώς δεν εμπιστευόταν τους Άραβες και τους Πέρσες, λόγω της ανάμειξής τους στις δυναστικές και θρησκευτικές διαμάχες του χαλιφάτου.

Ο Θεόφιλος από τη μεριά του προέβη στις αναγκαίες προετοιμασίες για την υπεράσπιση της πόλης ὡς ἐκ τοῦ προχείρου εἶχεν και τούς τῶν Ῥωμαίων πρωτάρχους ἐν τῇ εἰρημένῃ πόλει ἐκέλευσεν εἰσελθεῖν εἰς ὀχύρωσιν καί ἀσφάλειαν τῆς αὐτῆς πόλεως. Οι πρώταρχοι αυτοί, τους οποίους το Μαρτύριο Ζ ονομάζει καθηγεμόνας τῶν ἑπτά θεμάτων, ήταν: ο στρατηγός του θέματος των Ανατολικών Ἀέτιος, ο δομέστικος των Εξκουβίτων και πρωτοσπαθάριος Θεόφιλος, ο δρουγγάριος της Βίγλας Κωνσταντίνος Βαβούτζικος, ο δομέστικος των Ικανάτων ή στρατηγός των Βουκελλαρίων πρωτοσπαθάριος Θεόδωρος Κρατερός, ο δούκας της Κολωνείας σπαθάριος Κάλλιστος Μελλισηνός, ο Βασ(σ)όης και κάποιοι ακόμα ἄρχοντες τῶν ταγμάτων.

Αρχικά, ο Al-Mu̒tașim προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει την πόλη θωπείαις, χαρακτηριστικές του δόλιου και ύπουλου ήθους του, όπως  τονίζουν κάποια από τα Μαρτύρια, να παραδοθεί. Η πολιορκία κράτησε δεκατρείς μέρες. Εν τέλει, οι άραβες στρατιώτες κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη, προσβάλλοντας τινί μέρει τῶν πύργων σαθρῷ τε καί ὑποσόμφῳ καί ἀραιῷ ταῖς τῶν λίθων οἰκοδομαῖς που κάποιοι από τους υπερασπιστές τους υπέδειξαν. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ένας από τους βυζαντινούς αξιωματούχους, αφού ήλθε πρώτα σε συνεννόηση με το χαλίφη και έλαβε από αυτόν την υπόσχεση ότι θα του χαρίσει όχι μόνο τη ζωή αλλά και αξιώματα, άφησε αφύλακτο τον πύργο τον οποίο είχε ταχθεί να υπερασπίσει. Το όνομα του προδότη ήταν Βοϊδίτζης ή Βοώδης.

Οι Άραβες εισήλθαν στην πόλη ὥσπερ θῆρες ἄγριοι και, αφού την λεηλάτησαν, την κατέκαψαν και σκότωσαν τους στρατιώτες εκτός από τους στρατηγούς των επτά θεμάτων. Υπάρχει η πληροφορία ότι η λεηλασία διήρκησε τέσσερεις μέρες και ότι οι σφαγιασθέντες έφταναν τις 30.000. Το Μαρτύριο Δ περιγράφει με δραματικό τρόπο την ἀπαραμύθητη συμφορά που βίωσαν οι κάτοικοι της πόλης. Οι γονείς έβλεπαν να σφάζονται, να καίγονται ή να πνίγονται τα παιδία τους. Παρομοίως τα παιδιά έβλεπαν το φριχτό θάνατο των γονέων τους και δεν υπήρχε οὐδαμοῦ ἀνάπαυσις, οὐδαμοῦ ἄνεσις οὐδέ ζωογονίαι, ἀλλά πανταχοῦ θάνατος, πανταχοῦ λύπη, πανταχοῦ θρῆνος, πανταχοῦ στεναγμός, πανταχοῦ αἵματα, πανταχοῦ βοή καί δάκρυα καί ἀνελεεῖς ἐργάται.

Όσοι γλίτωσαν το θάνατο, κυρίως γυναίκες και παιδιά, οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία. Ο αριθμός τους ήταν τόσο μεγάλος που γέμιζαν το στρατόπεδο των Αράβων. Μεγάλο τμήμα των αιχμαλώτων και των λαφύρων πουλήθηκαν σε αγορά που στήθηκε επί τόπου, καθώς ήταν ασύμφορη για τον αραβικό στρατό η μεταφορά τους σε μακρινότερο τόπο.

Από την επιτόπια πώληση εξαιρέθηκαν οι Βυζαντινοί ευγενείς και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι που οδηγήθηκαν ἐν λύπῃ καί στενοχωρίᾳ πολλῇ μαζί με τους υπόλοιπους αιχμαλώτους στην Ταρσό, στην οποία επέστρεψε ο χαλίφης με τις δυνάμεις του. Η μεταφορά των αιχμαλώτων έγινε μέσω της ερήμου Wādi al- Jawr. Οι συνθήκες ήταν τόσο δύσκολες που από τη δίψα πέθαιναν ή αρνούμενοι να προχωρήσουν θανατώνονταν πολλοί αιχμάλωτοι. Η δίψα οδηγούσε στο θάνατο και Άραβες στρατιώτες ακόμα και τα υποζύγια. Καθοδόν, εξαιτίας της απόδρασης μικρής ομάδας των αιχμαλώτων, ο Al-Mu̒tașim διέταξε τη θανάτωση 6.000 αιχμαλώτων προς παραδειγματισμό των υπολοίπων.

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι στα λάφυρα που πήραν μαζί τους οι Άραβες και τα μετέφεραν στην πρωτεύουσά τους ήταν και οι θύρες της πύλης του Αμορίου, οι οποίες αναδείχτηκαν με αυτό τον τρόπο σε σύμβολα υπεροχής του κατακτητή και υποβάθμισης του ηττημένου.  Τα σύμβολα αυτά χρησιμοποιούνταν σε ειδικές δημόσιες τελετές προς επίδειξη του μεγαλείου του νικητή, όπως συνέβαινε άλλοτε στους θριάμβους που τελούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες.

Οι Άραβες δεν άφησαν στο Αμόριο κάποια δύναμη κατοχής. Συμπεραίνεται, λοιπόν, ότι ο σκοπός τους δεν ήταν η κατάληψη της πόλης, αλλά η λαφυραγωγία και ο εξανδραποδισμός των κατοίκων. Και τα δύο αυτά ήταν ικανοποιητικές πηγές πλούτου. Από την άλλη, η καταστροφή μιας τόσο σημαντικής πόλης όχι μόνο προσέφερε γόητρο και μεγαλείο στους ίδιους αλλά αποτελούσε και  ένα σοβαρό πλήγμα στις υποδομές που στήριζαν το βυζαντινό αμυντικό σύστημα της Μικράς Ασίας. Θρυλείται, μάλιστα, ότι ο Θεόφιλος πέθανε μετά από τρία χρόνια, εξαιτίας της μεγάλης του θλίψης για την άλωση της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Τόσο το βυζαντινό όσο και το μουσουλμανικό δίκαιο θεωρούσαν δεδομένη και νόμιμη την αιχμαλωσία των ηττημένων ενός πολέμου τόσο των στρατιωτών όσο και απλών ανθρώπων, οι οποίοι θα μπορούσαν να πωληθούν σε σκλαβοπάζαρα ή και να θανατωθούν, αν αυτό συνέφερε στην εξέλιξη του πολέμου. Συνήθως, όμως, Βυζαντινοί και Άραβες χάριζαν τη ζωή στους ἐνδόξους καί μεγάλους παρά τοῖς πολεμίοις, καθώς αυτοί θα ήταν δυνατόν να πάρουν μέρος σε ἀλλάγιον, δηλαδή να ανταλλαχθούν με αιχμαλωτισθέντες φίλους καί συμμάχους, εφόσον ο πόλεμος δεν είχε οριστικά τελειώσει. Μάλιστα, οι συνθήκες κράτησης των επιφανών αιχμαλώτων διέφεραν από αυτές των κοινών αιχμαλώτων. Πολλές φορές τους παρείχαν ιδιαίτερες συνθήκες διαβίωσης, μέχρι να έρθει η ώρα της ανταλλαγής ή και της εξαγοράς τους.

Στην περίπτωση των αιχμαλώτων του Αμορίου ο αυτοκράτορας Θεόφιλος έστειλε πρεσβεία στον Al-Mu̒tașim, προσφέροντάς του 200 χρυσά κεντηνάρια, προκειμένου να εξαγοράσει όλους τους αιχμαλώτους, επιφανείς και μη. Ο  Al-Mu̒tașim, όμως, αρνήθηκε την προσφορά, παρόλο που θα μπορούσε να ανταλλάξει τους βυζαντινούς αιχμαλώτους με τους Άραβες που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βυζαντινοί με την κατάληψη της Σωζόπετρας και των Αρσαμόσατων. Αυτή η ασυνήθιστη άρνηση μπορεί να ερμηνευτεί είτε ως πρόθεση ταπείνωσης του Βυζαντινού αυτοκράτορα είτε ως ελιγμός προκειμένου να του προσφερθούν περισσότερα λύτρα. Αδιέξοδη, επίσης, υπήρξε και η δεύτερη πρεσβεία του Θεόφιλου το 841.

Ασυνήθιστη και έξω από τα καθιερωμένα υπήρξε και η τύχη των 42 επιφανών αιχμαλώτων του Αμορίου. Αυτοί, αφού οδηγήθηκαν στην ἀπατηλῇ τῆς Συρίας γῇ, ὑστερούμενοι θλιβόμενοι κακουχούμενοι τῇ εἱρκτῇ παρεπέμφθησαν. Οι απάνθρωπες συνθήκες κράτησης περιγράφονται στο Μαρτυρίο Δ με ιδιαίτερη έμφαση. Δέθηκαν σε ξύλα με διπλές και τριπλές αλυσίδες, τους έδιναν μόνο ελάχιστο ψωμί και νερό, κοιμούνταν στο χώμα και βασανίζονταν από ψείρες, ποντικούς και διάφορα άλλα ζωύφια που φώλιαζαν στη σκοτεινή και υπόγεια φυλακή τους, στην οποία δεν εισέρχονταν οι ακτίνες του ήλιου και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να δουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Δεν τους επιτρεπόταν ούτε στο λουτρό να πάνε, ούτε να κουρευτούν, ούτε να βγουν έξω στον ήλιο, παρά μόνο για να ζητήσουν ελεημοσύνη, πράγμα το οποίο γινόταν σπάνια και με τη συνοδεία δέκα στρατιωτών. Όταν δε επέστρεφε ο φυλακισμένος ερευνούσαν το ψωμί ή ό,τι άλλο έφερνε μαζί του, μήπως και ανακαλύψουν κάποιο συνωμοτικό γράμμα.

Οι αιχμάλωτοι έζησαν σε αυτές τις συνθήκες επτά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων και αφού είχαν εξασθενήσει σωματικώς, οι Άραβες προσπάθησαν, σύμφωνα με τα Μαρτύρια Α, Ζ, Κ και Μ, τρεις φορές ανεπιτυχώς να τους πείσουν με διάφορα επιχειρήματα ή χαρίζοντάς τους ἀργύρια, ἐνίοτε δέ καί τινα ἐνδύματα να αλλαξοπιστήσουν.  Φαίνεται ότι οι Άραβες έδιναν μεγάλη σημασία στο να πείσουν τους Βυζαντινούς επιφανείς αιχμαλώτους να αποδεχτούν το Ισλάμ.

Εντέλει, οι σαρανταδύο επιφανείς κρατούμενοι, εξαιτίας της σθεναρής άρνησής τους να προδώσουν την πίστη τους, οδηγήθηκαν με εντολή του Al-Wāthiq, διαδόχου του Al-Mu̒tașim, στον Τίγρη  ή στον Ευφράτη, όπου και θανατώθηκαν στις 6 Μαρτίου 845 με αποκεφαλισμό, περνώντας αυτομάτως στη χορεία των αγίων που μαρτύρησαν υπέρ της πίστης τους. Η εκτέλεσή τους έγινε μπροστά σε ἄπειρον πλῆθος Σαρακηνῶν τε καί Χριστιανῶν. Αναφέρεται ότι ύστερα από το μαρτύριο τα σώματα των αγίων ρίχτηκαν στον ποταμό και το κάθε σώμα ενώθηκε με θαυμαστό τρόπο με το κεφάλι του, ενώ παράλληλα υπερκόσμιο φως υποδείκνυε τη θέση των σωμάτων.

Στη χορεία των αγίων δεν συγκαταλέχθηκε κάποιος από τους αιχμαλώτους που σύμφωνα με τα Μαρτύρια Γ, Δ, Ε και Ρ πρόδωσε την πίστη του, προτιμώντας τη ζωή του και τις αμύθητες δωρεές που υπόσχονταν οι Άραβες. Το τέλος του, όμως, ήταν ίδιο με αυτό των άλλων μαρτύρων. Επίσης, ο Αέτιος, στρατηγός του θέματος των Ανατολικών δεν εκτελέστηκε μαζί τους, καθώς είχε ήδη θανατωθεί στη Σαμάρρα, μεταξύ Αυγούστου του 838 και Νοεμβρίου του 839 για λόγους που παραμένουν άγνωστοι.

Η θανάτωση των Βυζαντινών αιχμαλώτων ερμηνεύεται ως επίδειξη ισχύος από το χαλίφη με αποδέκτες όχι τόσο τους Βυζαντινούς αλλά τους εσωτερικούς του αντιπάλους. Γι’ αυτό εξάλλου δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα στο γεγονός της εκτέλεσης, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Ο Al-Wāthiq υπολόγιζε ότι αν οι Βυζαντινοί άλλαζαν δημόσια την πίστη τους υπέρ του Ισλάμ, και μάλιστα του δόγματος που ο ίδιος ακολουθούσε, και προσεύχονταν μαζί του, όπως τους ζητήθηκε, αυτό θα αποτελούσε μία πρώτης τάξεως προπαγάνδα υπέρ του ιδίου και της εξουσίας του.

Αυτές ήταν, λοιπόν, οι συνθήκες θανάτου των σαρανταδύο Μαρτύρων του Αμορίου. Η μνήμη τους τιμάται στις 6 Μαρτίου, λίγες μέρες πριν τη μνήμη των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων της Σεβάστειας για τους οποίους θα γίνει άλλη αναφορά.

Σύν Κωνσταντίνῳ Βασόῃ καί Καλλίστῳ Θεόδωρον ἅπαντες καί τόν Θεόφιλον καί τόν λοιπόν θεῖον ὅμιλον τῶν ἀθλοφόρων μεγαλοφώνως ἀνευφημήσωμεν.

θανεῖν γάρ προείλοντο ὑπέρ τῆς πάντων ζωῆς σφαγιασθέντες γηθόμενοι. καί νῦν ἐν πόλει Θεοῦ τοῦ ζῶντος ἐπαναπαύονται καί ἐξαιτοῦσι τοῦ εὑρεῖν ἡμᾶς

ἁμαρτημάτων τήν ἄφεσιν ἐν ἡμέρᾳ τῆς δίκης καί τελείαν ἀπολύτρωσιν.

(Στιχηρό τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου ἐπί τῇ ἐορτῇ τῶν Ἁγίων μβ΄ Μαρτύρων τοῦ Ἀμορίου.)

Κατερίνα Βαραλέξη

Μετάβαση στο περιεχόμενο