Περί ζωής και θανάτου

Το παρόν κείμενο γράφεται με την φιλοδοξία να αναφερθεί, περιγράψει και ίσως να εμβαθύνει σε ένα τόσο αναμφίβολο  (φαίνεται να είναι ίσως το μόνο αναμφίβολο) γεγονός στην πορεία της ζωής ενός ανθρώπου, του καθενός από εμάς, όσο και ένα από τα μεγαλύτερα και «φρικτά» μυστήρια που μπορούμε να έχουμε μια κάποια αντίληψη της ύπαρξης του. Αυτό του θανάτου.

Θα αρχίσουμε να μιλάμε για αυτό με έναν ίσως ανορθόδοξο τρόπο. Υπάρχει ένα σύνθημα-ρήση που μπορεί κάποιος να έχει δει κάποια στιγμή γραμμένο στους τοίχους κτηρίων της Αθήνας ή κάποιας άλλης μεγάλης πόλης και φαίνεται να προέρχεται και να έχει γραφτεί από άτομα του χώρου των αντιεξουσιαστών, εν προκειμένω το τελευταίο έχει ελάχιστη σημασία μπροστά στο ερώτημα που θέτει αυτό το «σύνθημα» και που μερικές φορές μπορεί να χτυπήσει κατευθείαν στο κέντρο της υπαρξιακής μας συνείδησης καθώς και αναζήτησης. Ένα ερώτημα που αν εμβαθύνεις δεν πρόκειται να ξεμπερδέψεις εύκολα, άκοπα και ανώδυνα αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό…

Το σύνθημα λέει: Υπάρχει ζωή πριν από το θάνατο; Το παρόν κείμενο δεν γράφεται για να δώσει αβίαστες, εύκολες και πρόχειρες απαντήσεις, μάλλον γράφεται μην έχοντας και μην δίνοντας απόλυτες απαντήσεις (ίδιον και χαρακτηριστικό των εύκολων απαντήσεων είναι ότι αυτές τείνουν να είναι απόλυτες) γράφεται για να θέσει ερωτήσεις. Έχω την αίσθηση ότι πριν κάποιος καταπιαστεί με το φαινόμενο και μυστήριο του θανάτου, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να καταπιαστεί πρώτα με το εξίσου μέγα μυστήριο της ζωής. Πολλές φορές και για ποικίλους λόγους που μπορεί να διαφέρουν από πρόσωπο σε πρόσωπο, ίσως και λόγω των ρυθμών της καθημερινότητας αλλά και των προτύπων στάσεων ζωής που προωθούνται κατά κόρον σήμερα, αδυνατούμε να αντιληφθούμε ότι τόσο το γεγονός της ζωής όσο και του θανάτου είναι και αποτελούν μυστήριο. Σε μια πρώτη «ανάγνωση», μια πρώτη προσπάθεια του ανθρώπινου νου να συλλάβει αλλά και να ερμηνεύσει αυτά τα δυο γεγονότα, φαίνεται να πρόκειται περί δυο πολύ ξεκάθαρων και ευδιάκριτων καταστάσεων, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει για το αν ζει ούτε…για το αν κάποιος άλλος πέθανε. Πόσο όμως ευδιάκριτες και ξεκάθαρες καταστάσεις είναι τελικά αυτές;

Όταν κάποιος αναφέρεται στο γεγονός του θανάτου, σχεδόν στο πλείστο των περιπτώσεων αναφέρεται και εννοεί το γεγονός του βιολογικού θανάτου. Στην συνείδηση μας έχει συνδεθεί και ίσως ταυτιστεί ο βιολογικός θάνατος ως λήξη ή διακοπή του γεγονότος της ζωής και ίσως αυτή μας η αντίληψη είναι και ο λόγος που μας διαφεύγουν, αλλά και πολύ συχνά δεν είναι αναγνωρίσιμες οι άλλες μορφές και είδη θανάτου. Ναι ο θάνατος δεν έχει ένα, αλλά πολλά απαίσια πρόσωπα που εκδηλώνονται στην ζωή ενός ανθρώπου αλλά και ολάκερης της ανθρωπότητας. Το σταμάτημα της αναπνοής και των χτύπων της καρδίας ή το αντίθετο, η συνέχιση τους δεν συνιστούν και ούτε προδίδουν ζωή ή θάνατο πάντοτε. Στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν αρχίσει να αναφέρονται όροι όπως «ψυχικός θάνατος» «ηθικός θάνατος» ιδιαίτερα στην παράδοση της Ορθοδόξου εκκλησίας και στην θεολογία γίνεται μνεία πολλάκις για τον πνευματικό θάνατο και κάποιος μπορεί να βρει είτε κάνοντας την σχετική έρευνα είτε γιατί κάποτε μπορεί να ήρθε αντιμέτωπος με αυτές και άλλες μορφές θανάτου. Όπως και το γεγονός της ύπαρξης δεν διαιρείται και δεν χωρίζεται σε «είδη» αλλά πρόκειται περί ενός ενιαίου γεγονότος που την συνιστά έτσι και ο θάνατος, όταν αναφερόμαστε στις διαφορετικές εκδηλώσεις του δεν εννοούμε κάτι το διαφορετικό ή λιγότερο από το γεγονός του θανάτου αλλά το ίδιο πάντοτε γεγονός. Στην πραγματικότητα η αντίληψη μας και ο τρόπος που ερμηνεύουμε τον θάνατο πηγάζει από την αντίληψη μας, τον τρόπο που ερμηνεύουμε αλλά και βιώνουμε τα γεγονότα της ζωής και της ύπαρξης. Ωστόσο θεμελιώδης λίθος των υπαρξιακών μας αγωνιών και ερωτημάτων είναι το ίδιο το γεγονός του θανάτου, κάτι μέσα μας γνωρίζει ότι δεν ήμαστε συμβατοί με την ανυπαρξία, την λήθη και τον ίδιο τον θάνατο και για αυτό δεν θέλει να τα δεχθεί. Κάποιος ψυχολόγος ή φιλόσοφος θα μπορούσε να ερμηνεύσει τα τελευταία, ως φόβο που δημιουργείται μπροστά στο άγνωστο και να μας διαβεβαιώσει ίσως,  ότι η ενασχόληση με αυτά ή η αποφυγή ενασχολήσεως είναι φυσικές ενστικτώδεις τάσεις προκειμένου να «εξορκίσουμε το κακό» και να ελαττωθεί το συναίσθημα του φόβου. Όμως έχω την αίσθηση ότι αυτή η ερμηνεία είναι ελλιπής…Σαφώς και υπάρχει φόβος μπροστά στο θάνατο, μπροστά στην προοπτική του εκμηδενισμού της ύπαρξής μου αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνει τέτοιες ερμηνευτικές ματιές απαραίτητα. 

 Αποκόπτοντας τους εαυτούς μας από το να έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα του θανάτου είναι σαν να επιχειρούμε να ακρωτηριάσουμε το σύνολο της πραγματικότητας αλλά και της ζωής. Είναι σαν να βιώνουμε  ότι μας είναι αρεστό, αγνοώντας σκόπιμα το σύνολο που αργά ή γρήγορα με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, θα «ορθωθεί» μπροστά μας ζητώντας πίσω τον δανεικό χρόνο ευδαιμονίας μας.. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι χάριν του τελευταίου πρέπει να φτάσουμε στο σημείο, η ενασχόληση μας με αυτόν να επισκιάζει την ζωή μας ή να φτάσει στο σημείο να μονοπωλεί παθολογικά το ενδιαφέρον μας. Το να έρθει κάποιος σε επαφή τόσο με τα υπαρξιακά ερωτήματα όσο και με τις υπαρξιακές αγωνίες που προκύπτουν , είναι επίπονο και βασανιστικό αλλά αυτά τα ερωτήματα ίσως να τίθενται αυθόρμητα από την ύπαρξη μας διότι η ίδια μπορεί να σταθεί απέναντι στον θάνατο όταν ξεκαθαρίσει εσωτερικά το τι εστί ζωή. Ίσως να είναι η δίψα και η πείνα για νόημα και αξία που ωθούν μια ύπαρξη να αντιμετωπίσει το μόνο φαινομενικά αναπόφευκτο. Ίσως αυτή η αντιμετώπιση να κρύβει την επιθυμία αλλά και το αίτημα της ζωής. 

Στην θεολογική μας παράδοση υπάρχει κάτι που λέγεται μνήμη θανάτου και δεν έχει τεθεί ως πνευματική άσκηση τυχαία από τους Αγίους πατέρες, υπάρχει όμως και κάτι άλλο που αποτελεί την βάση και κυρίως τον πυρήνα της πίστης μας και αυτό είναι το γεγονός της Αναστάσεως. Τελικά το μηδέν δεν κυριαρχεί, η λήθη και η ανυπαρξία δεν ακυρώνουν το μυστήριο της όντως ζωής ούτε πλέον μας το στερούν. Χωρίς την ελπίδα της Αναστάσεως, η μνήμη του θανάτου μοιάζει να είναι προεικόνιση της επικράτησης του έσχατου εχθρού: Του θανάτου. Του θανάτου που καραδοκεί και μας διεκδικεί σε κάθε φάση και περίσταση του βίου μας, του θανάτου που φέρουμε μέσα μας είτε έχοντας επίγνωση αυτού είτε όχι, του θανάτου που φιλοδοξεί να αφαιρέσει ότι πιο πολύτιμο έχουμε, τον χρόνο αυτής της ζωής και την ζωή σε όλο της το εύρος το βάθος και το θάμπος, του θανάτου που απειλεί αυτούς που αγαπάμε με τον ίδιο τρόπο που απειλεί και εμάς όμως σε αυτόν τον αγώνα ο άνθρωπος δεν είναι μόνος. Υπάρχει η ρίζα του μοναδικού «πράγματος» που νικά τον θάνατο μετατρέποντας τον σε ζωή, ο Θεός της αγάπης ή μάλλον καλύτερα ο Θεός που είναι αγάπη. Τα ερωτήματα εξακολουθούν και υπάρχουν και μάλλον με την πάροδο του χρόνου θα γεννηθούν περισσότερα αλλά μήπως αυτά τα ίδια κρύβουν την διαδικασία του να ζει κανείς;  

Κώστας Βαραλέξης

Μετάβαση στο περιεχόμενο