Σήμερον μετ΄ εμού έση εν τω παραδείσω

Λόγια σπουδαία, προφητικά, αποκαλυπτικά, πρωτάκουστα, ελεγκτικά, παρηγορητικά, «άλατι ηρτυμένα» είπε πολλά ο Κύριος. Τα λόγια Του όμως επί του Σταυρού έχουν ιδιαίτερη σημασία. Είναι το Πού, το Πότε, το Πώς και το σε Ποιον ειπώθηκαν, που τα καθιστά τόσο σπουδαία. Κι η παραπάνω φράση αξίζει να μπει στο μικροσκόπιο της καρδιάς για όλους αυτούς τους λόγους. 

Βρισκόμαστε στον Γολγοθά. Έχουν προηγηθεί η Σύλληψη, η Ανάκριση (έστω και ως παρωδία), η Φραγγέλωση, οι Εμπτυσμοί, η Κόκκινη Χλαμύδα και το Ακάνθινο Στεφάνι, τα Καρφιά, η Δίψα, ο Πόνος, οι Γέλωτες, οι Ύβρεις. Ο ανήφορος όμως τραβάει ακόμη σε μάκρος. Οι δύο ληστές αρχικά συμβάλλουν στο βαρύ κλίμα, καθώς ενώνουν τις φωνές τους με τα «Ουά» του έξαλλου πλήθους. Όχι για πολύ, όμως… Και όχι και οι δύο…

Ο ένας τους διαφοροποιείται. Προβληματίζεται. Ευαισθητοποιείται. Και σαν να είναι ένας άλλος Σαούλ, τα λέπια απ’ τα πνευματικά του μάτια πέφτουν. Και βλέπει καθαρά. Ο συγκλονισμός του, η αυτομεμψία, η ομολογία του περί της αθωότητας του Αθώου, όλα αυτά χτίζουν σκαλοπάτια ανόδου, που τρέμοντας, κάθιδρος και πονεμένος τα παίρνει ένα ένα. Ώσπου φτάνει στο κεφαλόσκαλο του «Μνήσθητι» και χτυπά διστακτικά την πόρτα του Παραδείσου. Τι αγωνία πρέπει να βίωσε αυτός ο άνθρωπος! Η προσμονή φανταζόμαστε να κονταίνει ακόμη περισσότερο την ήδη κοφτή και δύσκολη ανάσα του. Ο ιδρώτας τον περιλούζει και η καρδιά χτυπά ακανόνιστα, όσο ακόμη κυκλοφορεί αίμα μέσα της. Γιατί το ξέρει: η ζωή του τελειώνει… Και η πόρτα που τόλμησε να χτυπήσει είναι κλειστή, όχι για κείνον, παρά για όλη την ανθρωπότητα, από την εποχή του Αδάμ!

Μέχρι εκεί μπορούσε να φτάσει. Ο λόγος  ανήκε πια στον Οικοδεσπότη, σε Εκείνον που ορίζει τον Παράδεισο, έναν Παράδεισο που οικειοθελώς άφησε, όταν κενώθηκε, όταν ταπεινώθηκε πέρα από κάθε φαντασία. Κι ο σιωπηλός Ιησούς, που δεν άρθρωνε λέξη ούτε κι όταν του δινόταν η ευκαιρία να προστατεύσει τον εαυτό Του, που κρεμασμένος στον Σταυρό κι Αυτός μετράει τις ανάσες του με αφόρητους πόνους και νιώθει την εξάντληση να στραγγίζει κάθε Του κύτταρο, αφιερώνει χρόνο και κόπο να εκστομίσει μια ολόκληρη φράση, να απευθυνθεί με φροντίδα, με ευγένεια, με αληθινή Αγάπη σε έναν Ληστή! Τόσο εκτεταμένα ούτε στην Υπεραγία Μητέρα Του δεν απευθύνθηκε! Ίσως γιατί στο πρόσωπο του Ληστή τελικά  δεν απευθύνεται σε εκείνον μόνο, παρά σε κάθε έναν ξεχωριστά από μας…

«Σήμερον» λοιπόν. Χαρμόσυνη που θα ακούστηκε αυτή η λέξη!!! Όχι αύριο, όχι αργότερα, όχι κάποτε. Που κι έτσι ακόμη η ελεύθερη πρόσβαση στον Παράδεισο δε χάνει την αξία της. Αλλά «Σήμερον»! Τόσο άμεσα! «Αυθημερόν», όπως ψέλνουμε  και στην εκκλησία. Χωρίς καθυστέρηση, χωρίς αναβολές. Χωρίς περιθώριο επανεξέτασης. Οριστικά και αμετάκλητα. Αμέσως μετά τον αφόρητο πόνο, τη φρίκη του βασανιστηρίου, τη φυσική φθορά, το στέρεμα όλων των αποθεμάτων δύναμης. Το εισιτήριο για την Εδέμ επικυρώθηκε με την πιο ξεχωριστή σφραγίδα από το χέρι Του. Η ώρα αναχώρησης έφτασε. Τελείωσαν, παιδί μου, τα βάσανά σου. Αρχίζει η ευφροσύνη. Σήμερον!

«Εν τω Παραδείσω». Άλλη τεράστια δήλωση! Όχι σε κάποιον χώρο χαράς, ηρεμίας,   ανάπαυσης. Κι αυτό λίγο θα ήταν για έναν απόκληρο, απόβλητο, αποσυνάγωγο της ίδιας της Ζωής; Σίγουρα όχι! Αλλά για τον Κύριο δεν υπάρχουν ημίμετρα. Όποιος είναι δικός Του είναι πολίτης της Βασιλείας Του. Συγκληρονόμος και πρίγκηπας. Αδερφός Του! Γίνεται ο Χριστός να είναι μέσα στο Παλάτι κι ο αδερφός Του απ’ έξω; Άλλο που κι ο Ληστής κι ο καθένας μας θα ήταν υπερευχαριστημένος «παραρριπτείσθαι», απλώς πεταμένος σε μια γωνίτσα, στην αυλή, στη γειτονιά Του. Ο Κύριος όμως όχι, δεν μας θέλει στην άκρη. Μας θέλει δίπλα Του!

Κι ερχόμαστε στο τρίτο σημείο της συνταρακτικής ετούτης φράσης. Όχι μόνο «σήμερον». Όχι μόνο «εν τω Παραδείσω». Αλλά κυρίως «μετ΄εμού»!!! Αλλιώς τι Παράδεισος θα ήταν; Για σκέψου!!! Ο ίδιος ο Χριστός απλώνει το τρυπημένο, το καταματωμένο χέρι Του και πιάνει το χέρι του Ληστή. Το χέρι που έκλεψε, σκότωσε, αδίκησε, αμάρτησε, που άπλωσε βρωμιά και μαυρίλα στο πρόσωπό του ενώπιον του Θεού. Και χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς να διστάσει, να σιχαθεί, να θυμώσει, αρπάζει το χέρι αυτό και συντονίζει το θείο Βήμα Του με το αβέβαιο παραπάτημα του δύστυχου συσταυρωμένου Του. Διασχίζει τα σύννεφα, προσπερνά τα τάγματα των Αγγέλων, ανεβαίνει βαθμηδόν τους επτά ουρανούς που ο Ίδιος έπλασε και δρασκελίζει το κατώφλι του Παραδείσου, επιστρέφει στη Δόξα Του φέρνοντας μαζί έναν άνθρωπο που κανείς (πολύ περισσότερο ο ίδιος) δε θα φανταζόταν στη θέση αυτή: Πρώτος οικιστής του Παραδείσου!!! 

Επειδή συχνά αναφερόμαστε στον Ευγνώμονα Ληστή σαν Ευλαβή διαρρήκτη (!), που με αντικλείδι το «Μνήσθητι» άνοιξε την πόρτα του Παραδείσου, αξίζει να σταθούμε ακόμη λίγο στη φράση αυτή. Ο Ληστής δεν παραβιάζει την είσοδο. Ούτε μπαίνει μόνος του. Χέρι χέρι εισέρχεται με τον  Νοικοκύρη, σαν αγαπητός προσκεκλημένος, φίλος καρδιακός. Και ομοτράπεζος Εκείνου που την τελευταία στιγμή του έδωσε σημασία. Του μίλησε με Αγάπη. Και του επέτρεψε να κάνει το μεγαλύτερο άλμα που πέτυχε ποτέ άνθρωπος. Στον Χρόνο (Σήμερον), στον Τόπο (Παράδεισος) και στον Τρόπο (Μαζί με τον Κύριο). 

Η σκηνή αυτή αποκτά διαστάσεις πολύ ιδιαίτερες, όταν τολμήσουμε να φανταστούμε τον Κύριο να απευθύνει τα λόγια ετούτα σε μας, προσωπικά. Όταν αποφασίσουμε να πάψουμε να κρύβουμε το κεφάλι στην άμμο της καθημερινότητας και να σκεφτούμε το πιο ρεαλιστικό πράγμα στη ζωή μας: το τέλος της. Τι θα έχουμε κρατήσει απ’ ότι ζήσαμε; Τι θα μετράμε, πού θα δίνουμε βαρύτητα, τι θα σκεφτόμαστε τη στιγμή του τέλους; Ότι δεν έχει πια σημασία τίποτα απ’ ό, τι μας συνέβη ποτέ! Ότι το τέλος μας δε μας φοβίζει πια! Ας λυσσομανάνε οι θύελλες εκεί έξω! Ας πέφτουν πάνω μας όλα τα χτυπήματα, οι πίκρες και τα βάσανα. Πόσο μικρά, ασήμαντα, ανάξια λόγου φαντάζουν όλα μπροστά σε μια τέτοια διαβεβαίωση!!! Το βλέμμα Του να μας στυλώνει την καρδιά και το Χέρι Του να μας τραβά με σταθερότητα. Η απόλυτη αίσθηση ασφάλειας. Ρητά και κατηγορηματικά «σήμερα, στον Παράδεισο, μαζί Του!!!».  Το Αιώνιο και Σταθερό Πάσχα!!! Το δικό μας πέρασμα!!! Αμήν!!!

Σοφία Κατάρα – Ξυλογιαννοπούλου

Μετάβαση στο περιεχόμενο